Sie sind auf Seite 1von 88

Λουΐ Ἀραγκόν

Σκλαβιά καί Μεγαλεῖο


(ἀντιστασιακά διηγήματα)

Δάφνη
Κλασική Λογοτεχνία
ΑΡΑΓΚΟΝ

ΣΚΛΑΒΙΑ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΕΙΟ


(Ἀντιστασιακά διηγήματα)

Μετάφραση: ΚΟΣΜΑ ΠΟΛΙΤΗ


ΣΥΝΑΠΑΝΤΗΜΑΤΑ
Η Α Δ Ε Ρ Φ Η Τ Ο Υ εἴτανε στενογράφος στήν ἐφη­
μερίδα: μιά κοπέλα θαρραλέα κι ἀφοσιωμένη, αὐτή ἡ
Ὑβόν, σχεδόν ὄμορφη μ' ὅλο τό ἀνασηκωμένο μυτά­
κι της. Εἶχε μεγάλα γαλανά μάτια. Εὐχαρίστως θά τήν
κορτάριζα, μά εἴτανε κοπέλα σοβαρή... κι ὅσο γιά
γάμο, ἐγώ... Ἡ πρώτη φορά πού τούς ἀντάμωσα μαζί
εἴταν στό Χειμερινό Ποδηλατοδρόμιο. Ἄν καί δέν
εἶμαι καθόλου φίλαθλος, εἶχαν λυσσάξει νά μέ
στέλνουν — ἀνεξάρτητα ἀπό κεῖνον πού ἔγραφε τήν
ἀθλητική στήλη — στίς μεγάλες ἀθλητικές συγκεν­
τρώσεις, ποδόσφαιρο, ἀγῶνες, κ.τ.λ., γιά νά περιγρά­
φω τήν ἀτμόσφαιρα. Μιά περιγραφή ἀπό εἰκοσιπέντε
ἀράδες, Ζυλέπ...
Τό τί μέ φουρκίζει αὐτό τό ὄνομα! Μέ λένε Πιέρ
Βαντερμέλεν, στήν ἀρχή ὑπόγραφα Ζυλέπ, ἔτσι,
στ' ἀστεῖα, τίς διάφορες ἠλιθιότητες πού μ'ἔβαζαν νά
γράφω δεξιά-ζερβά, θέλοντας νά φυλάξω τό πραγμα­
τικό μου ὄνομα γιά τά σοβαρά, τά καλογραμμένα
ἄρθρα... Αὐτά ὅμως πού εἶχαν ἐπιτυχία εἴταν οἱ
ἠλιθιότητες, ὁ Ζυλέπ ἔγινε διάσημος, καί σιγά - σιγά
ὁ Πιέρ Βαντερμέλεν σβήνει μπροστά στόν Ζυλέπ... Τί
σοῦ εἶναι ἡ ζωή!...
Εἴταν, λοιπόν, στό Χειμερινό Ποδηλατοδρόμιο,
πρίν δέκα χρόνια πάνω - κάτω. Ἕνα βράδι τῆς
ποδηλατοδρομίας τῶν Ἕξι Ἡμερῶν, μέσα στό μενε­
ξεδί δυνατό φῶς, οἱ ποδηλάτες δόστου κι ἔτρεχαν
γύρω - τριγύρω. Εἶχα περάσει καμιά ὥρα κάτω, ἐκεῖ
πού εἶναι τά μεγάφωνα, ὁ μπουφές, ὁ καθωσπρέπει
κόσμος πού τόν κοροϊδεύουν οἱ πραγματικοί φίλα­
θλοι ἀπ' τή γαλαρία, κι ἔπειτα ἀνέβηκα στίς λαϊκές

5
κερκίδες, ξέχειλες ἀπό θεατές ἐκείνη τή βραδιά.
Ἀπό τό διάζωμα πού βρισκόμουν, εἶχα δεῖ κάτω μου,
στίς πρῶτες σειρές, αὐτόν τό νεαρό δαιμονισμένο πού
κοπάναγε τόν ἀέρα μέ τίς γροθιές του, λές καί
κρατοῦσε τό ρυθμό τῆς ποδηλατοδρομίας, φώναζε,
ἔπεφτε πάνω στή διπλανή του... Ἴσια - ἴσια ὅ,τι μοῦ
χρειαζότανε γιά ἀτμόσφαιρα. Πῆγα κοντά γιά νά τόν
παρακολουθήσω καλύτερα, ὅταν ἡ διπλανή του μέ
φώναξε:
— Κύριε Ζυλέπ!
Αὐτό θά πεῖ δόξα, νά σέ ἀναγνωρίζουν ὅπου κι ἄν
βρεθεῖς... Μά ὄχι, δηλαδή, νά, ἦταν μονάχα ἡ Ὑβόν,
κι αὐτός ὁ παράφορος δίπλα της εἴταν ὁ ἀδερφός της,
ὁ Ἐμίλ Ντορέν, τεχνίτης μεταλλουργός, μέ ἀναση­
κωμένη μύτη σάν τή δική της μά ὄχι καί μέ τά ὄμορφα
μάτια της, καστανά μαλλιά μακριά καί πλατσουκωτά,
καί γιά τήν ὥρα, μέ σταλαματιές ἱδρώτα πάνω στό
κούτελο. Συμπαθητικό μοῦτρο. Μοῦ σύστησε τή
γυναίκα του, τήν Ροζέτ, μιά μελαχρινούλα μέ δέρμα
κάπως ἀσπριδερό καί φακίδες, μάτια λαμπρά —
θἄτανε πολύ ὄμορφη ἄν περιποιότανε τόν ἑαυτό της.
Ὅσο γιά τόν Ἐμίλ, αὐτός ἀποροφήθηκε πάλι ἀπό
τήν ποδηλατοδρομία. Ὅλα τἄξερε ἀπ' ὄξω κι ἀνακα­
τωτά. Ὁμολογῶ πώς ἐγώ δέν κατάλαβα ποτέ μου γρί
ἀπ' ὅλο αὐτό τό ἀνακάτωμα, τά σπρίντ, τά πρίμ -
ρεκλάμες γιά τίς παστίλιες Κύκνος, γιά τίς μεταξωτές
κάλτσες Φρύνη, γιά τά κρασιά Νέκταρ, τίς φωνές
αὐτωνῶν πού ἀναγγέλουν τ' ἀποτελέσματα, τά χρώμα­
τα τῆς φανέλας τῶν ἀθλητῶν, τούς ἀριθμούς πού
ἀνεβοκατεβάζουνε πάνω στό μαυροπίνακα... Ὁ Ἐμίλ
εἶναι ἀπό κείνους πού πετᾶνε στήν πίστα τό σκουφί
τους ἀπ' τό θυμό ἤ τόν ἐνθουσιασμό τους, καμιά φορά
ἀκόμα καί τά κλειδιά τους (ἀναρωτιέμαι πῶς μπαίνουν
ἔπειτα στό σπίτι τους).

6
Ὕ σ τ ε ρ ' ἀπό κείνη τή βραδιά — λές κι εἴταν
ἐπίτηδες καμωμένο — τόν ἀντάμωσα παντοῦ τόν
Ἐμίλ. Μιά φορά στόν ὑπόγειο σιδηρόδρομο, μιάν
ἄλλη φορά στήν Πόρτ Μαγιό, στό ξεκίνημα τῶν
ἀθλητῶν γιά τό γύρο τῆς Γαλλίας μέ ποδήλατο — κι
ἐγώ δέν ξέρω ποῦ ἀλλοῦ ἀκόμα. Γιατί, ἄν εἴταν κάποιος
πού εἶχε τήν λύσσα τοῦ ποδηλάτου, εἴταν αὐτός.
Εἴσουνα βέβαιος πώς θά τόν ἔβρισκες παντοῦ ὅπου
γίνονταν ποδηλατοδρομίες, δέν τό βαριότανε ποτέ
αὐτό τό θέαμα. Μέ ἀναγνώριζε ἀμέσως:
— Γειά σας, κύριε Ζυλέπ!
Τοῦ εἶχα πεῖ χίλιες φορές νά μέ λέει Βαντερμέλεν,
μά ἐκεῖνος τίποτα.
Πιάναμε κουβέντα. Ἐργαζότανε στά ἐργοστάσια
Κωντρόν ἐκεῖνο τόν καιρό. Τεχνίτης — ἐφαρμοστής.
Κέρδιζε ἀρκετά — δηλαδή ἐκεῖνος ἔλεγε πώς κέρδιζε
ἀρκετά. Ἐξαιρετικός ἐργάτης. Κι ὅσο γιά ζωή μέσα
του, δέν εἶχε τόν ὅμοιό του: Ὅταν σκολνοῦσε ἀπό τή
δουλιά, καβαλοῦσε τό ποδήλατό του κι ἔτρεχε στήν
ἄλλη ἄκρη τοῦ Παρισιοῦ, σέ κάποιο προάστειο, ὅπου
δέν ξέρω μέ τί λογῆς συνδυασμό εἶχ' ἕν' ἀπό κεῖνα τά
κηπάκια πού ἀνοίγει ἡ καρδιά σου νά τά βλέπεις, καί
καλλιεργοῦσε λαχανικά καί λουλούδια, μέ γυάλινες
μπαλίτσες ἐδῶ κι ἐκεῖ γιά νά διώχνουν τά πουλιά.
Ἔλεγε πώς τόν ξεκουράζει νά τσαπίζει. Τήν Κυριακή
ὅμως τή φύλαγε γιά τό ποδήλατο γιά τήν «κοπέλα
του» ὅπως τὄλεγε. Τὄσκαγε μαζί μέ τή γυναίκα του
ἑξήντα, ἑβδομήντα χιλιόμετρα μακριά ἀπ' τό Παρίσι,
γιά νά φᾶνε κάτω ἀπό κανένα δέντρο ἤ γιά νά
ξαναβροῦν κάποιο μαγαζάκι ὅπου εἶχαν κολατσίσει
πρίν νά παντρευτοῦν ἐπίσημα.
Ἡ Κα Ντορέν εἴταν ἔγκυος τήν βραδιά πού ἦρθε
τῆς Ὑβόν ἡ ἰδέα νά μέ πάει στοῦ ἀδερφοῦ της.
Ἔπρεπε ὅπως - ὅπως νά ζητήσω ἀπό μερικούς

7
τυχαίους ἀνθρώπους τή γνώμη τους γιά ἕνα εἰκονο­
γραφημένο περιοδικό, ἄν δέν κάνω λάθος, καί εἶχα
λάβει τόσο ἠλίθιες ἀπαντήσεις ἀπό τούς τρεῖς -
τέσσερις μικρομαγαζάτορες πού εἶχα ἀποταθεῖ ὥς
τότε, πού βρισκόμουν σέ ἀπόγνωση. Ὡραῖα, λοιπόν.
Ἡ Ὑβόν, ὁ φωτογράφος — κάποιος Πρωτοποπώφ
ὅπως θυμοῦμαι, γιός στρατηγοῦ — κι ἐγώ, κουβαλη­
θήκαμε ὅλοι μαζί, μέ τή φωτογραφική μηχανή καί τό
μαγνήσιο, στό Μπλανκρούρ, στό μικρό διαμέρισμα
τῶν Ντορέν. Εἴταν ἐκεῖ ὁ Ἐμίλ, ἡ Ροζέτ — κιόλας
ἀρκετά φουσκωμένη — μιά ἀδερφή της μέ τόν ἄντρα
της, ἕναν ξανθό ἄντρακλα καμιά τριανταριά χρονῶν,
πού δούλευε στά εργοστάσια Ρενώ, ὅπως κι ἡ γυναίκα
του. Ἄ, ὁ Ἔμίλ εἴτανε τέλειος. Δέ θυμοῦμαι τί
ἐρωτήσεις τοῦ ἔκανα καί τί μοῦ ἀποκρίθηκε, μά ξέρω
νά πῶ πώς εἴτανε τέλειος. Ἤπιαμε κι ἕνα ποτηράκι.
Λογόφερα μέ σύγαμπρο, ἐδῶ πού τά λέμε, γιατί
φαίνεται πώς εἴτανε ἀριστερός καί τσακωθήκαμε
πάνω σ' ἕνα - δυό ζητήματα. Ὁ Ἐμίλ μοῦ εἶπε
ἐμπιστευτικά πώς λογάριαζε ν' ἀγοράσει ἕνα ποδήλα­
το μέ δυό θέσεις, μέ δόσεις, γι' αὐτόν καί γιά τή
γυναίκα του, ὅταν θά γεννιότανε τό παιδί.
Ὅταν τούς ξαναεῖδα, τήν κατοπινή ἄνοιξη, εἴταν
μέ τό διπλό ποδήλατο, κάπου στήν Σαμπάϊν - συρ -
Σέν, μ' ἕναν ἥλιο πού βάραγε κατακέφαλα.
—Ἄ, κύριε Ζυλέπ!
Ὁ Ἐμίλ μοῦ ἐξήγησε ὅλα τά χαρακτηριστικά
τοῦ καινούριου διθέσιου ποδήλατου, πώς ἀλλάζει
ταχύτητες, τό ἕνα, τό ἄλλο... Τόν ρώτησα μ' εὐγένεια
τί γίνεται ὁ σύγαμπρός του - εἴταν τότε μιά ταραγμένη
περίοδος, ὕστερ' ἀπό τό Φεβρουάριο τοῦ 1934. Ὁ
Ἐμίλ ἀπόφυγε νά μιλήσει πολιτικά, δέν εἶχε μυαλό
παρά γιά τό διπλό του ποδήλατο.
Τόν ξαναντάμωσα στό Μοντλερύ, στίς ποδηλατο-

8
δρομίες πίσω ἀπό μοτοσυκλέτες. Μά τίς ἔβρισκε
σαχλές. Δέν εἴταν κάτι σοβαρό. Θἄθελε νά παρακο­
λουθήσει τή διαδρομή Παρίσι - Νίκαια, τό 35, μά δέν
τό ἄφηνε ἡ δουλιά του στό ἐργοστάσιο. Ἔπειτα πάλι
τόν ἀντάμωσα στίς διάφορες δημοσιές, αὐτός ἡ
γυναίκα του καί τό μωρό τους πάνω στό διπλό
ποδήλατο, ἕνα ἀγοράκι πού ἔμοιαζε ἴδιος ὁ Ἐμίλ,
μέσα σ' ἕνα καλαθάκι δεμένο στό τιμόνι.
Ἔπειτα ἔκαναν ἕνα δεύτερο παιδί, ἕνα κοριτσάκι,
τό 36, τότε πού εἴταν οἱ μεγάλες ἀπεργίες. Εἶδα τόν
Ἐμίλ σέ μιά ἀπό κεῖνες τίς ἀπίθανες συνελεύσεις —
κονσέρτα, μέσα στά ἐργοστάσια πού τἄχαν καταλά­
βει οἱ ἐργάτες, καί πού γνωστές θεατρίνες ἔρχονταν
νά τραγουδήσουν γιά τούς ἀπεργούς. Φαινότανε νά
διασκεδάζει ἄκακα.
— Πῶς, Ἐμίλ, ὥστε κι ἐσύ ἀπεργία;
— Ἔ, τί τά θέτε, κύριε Ζυλέπ, κάνω ὅ,τι κάνουνε
κι οἱ ἄλλοι. Δέν πάει νά προδόσω τούς συντρόφους.
Πρέπει νά τόν εἶχε ἐπηρεάσει ὁ σύγαμπρος.
Πάλι τόν ἀντάμωσα στό Χειμερινό Ποδηλατοδρό­
μιο. Εἴταν μιά ἔκθεση αὐτοκινήτων. Τόν εἶδα ἀπό
μακριά στό Κλισύ—κάποιοι ἀγῶνες γιά τή διαδρομή
Παρίσι - Ρουμπαί—καί χαιρετιστήκαμε. Ὕστερα στό
γύρο τῆς Γαλλίας πού εἶχε διοργανώσει ἡ ἐφημερίδα
μου. Μ' εἴχανε χειροτονήσει μέλος τῆς ἐπιτροπῆς,
καί στό ξεκίνημα περιφερόμουνα μέ μιά τρίχρωμη
κορδέλα στό μπράτσο καί μ' ἕνα σωρό κοκόρδες στό
πέτο τοῦ σακακιοῦ μου, ὅταν ἄκουσα νά μέ φωνάζουν:
— Ἔ, κύριε Ζυλέπ!
Ὁ Ἐμίλ κι ἡ γυναίκα του, οἱ ἴδιοι ὅπως πάντα, ἡ
Ροζέτ λίγο σάν κουρασμένη. Εἶχαν ἀποφασίσει νά
υἱοθετήσουν ἕνα ἱσπανόπουλο — θά τούς ἔδιναν τήν
ἄδεια νά τό φέρουν στό Παρίσι:
— Τί θέλετε νά βάλετε μπελά στό κεφάλι σας

9
μ' ἕνα ξένο παιδί; Δέν εἶστε στά καλά σας.
Ἐκεῖνη χαμογέλασε καί εἶπε:
— Ἐκεῖ πού ἔχει γιά δυό, ἔχει καί γιά τρεῖς...
Τούτη τή φορά, σίγουρα πώς ὁ σύγαμπρος τούς
εἶχε βάλει αὐτή τήν ἰδέα στό κεφάλι. Τί γινότανε
αὐτός;
— Πάει καιρός πού ἔχουμε νά τόν δοῦμε...
— Τί τά χαλάσετε;
— Ἄ, ὄχι! Εἶναι στήν Ἱσπανία... πολεμάει τό
Χίτλερ...
Ἤξερα πώς δέν εἶχαν ἐπιτρέψει στούς Παρισι­
νούς νά πάρουν κοντά τους ἱσπανόπουλα. Ξαναμίλη­
σα στόν Ἐμίλ πάνω σ' αὐτό μέσα στό λεωφορεῖο,
στήν ἐπιστροφή. Κούνησε τό κεφάλι του:
— Εἶναι ἄξιοι νά φτάσουν ὥς αὐτοῦ... Κι ὅμως
ἐκεῖνοι ἐκεῖ κάτω σκοτώνονται γιά μᾶς...
Ἡ προπαγάνδα πιάνει σέ κάτι τέτοιους.
Ἄλλη μιά φορά, τότε πού ἔγινε ἡ συμφωνία τοῦ
Μονάχου, καθώς δέ μοῦ κατέβαινε καμιά ἰδέα στό
κεφάλι, ἀποφάσισα πάλι νά πάρω συνεντεύξεις μέ
τυχαίους ἀνθρώπους. Καί, ὅπως εἶναι φυσικό, σκέ­
φτηκα τόν Ἐμίλ. Αὐτή τή φορά ὅμως μοῦ τόν εἴχανε
χαλάσει τόν Ἐμίλ, ὁμολογῶ πώς αὐτά πού μοῦ εἶπε
εἴτανε δύσκολο νά γραφτοῦν. Ὡστόσο τά δημοσίε-
ψα, μά κάπως πιό μαλακά. Ὕστερ' ἀπ' αὐτό, βέβαια,
δέν ξανασκέφτηκα τόν Ἐμίλ.
Ἔπειτα ἦρθε ἡ κινητοποίηση. Μά νά, σ' ἕνα
χαμένο ὀχυρό πρός τό μέρος τοῦ Κέτς, πού ὑποστήρι­
ζε τή γραμμή Μαζινώ, εἴμουν ὑπολοχαγός σ' ἕνα
σύνταγμα πεζικοῦ, καί μιά μέρα, τήν ὥρα τοῦ φαγη­
τοῦ πού ἔπαιζε τό ραδιόφωνο, ὁ Σεβαλιέ βάλθηκε νά
τραγουδάει τό Μιμίλ. Κι ἐγώ ὁ βλάκας δέ μπόρεσα
νά μή σκεφτῶ τό συμπαθητικό μοῦτρο τοῦ Ἐμίλ, τά
ἴσια του μαλλιά, τήν ἀνασηκωμένη μύτη του. Ποῦ νά

10
βρισκότανε ὁ Ἐμίλ; Κι ὁ σύγαμπρός του ὁ ἐπαναστά­
της; Χμ, θά καλοπέρασε στό γυρισμό του ἀπό τήν
Ἱσπανία... Δέν ὑπήρχανε πιά εὐκαιρίες γιά ν' ἀντα-
μώσουμε. Οὔτε ποδηλατοδρομίες, οὔτε συνεντεύξεις
μέ τυχαίους ἀνθρώπους σχετικά μέ τό ταξίδι τοῦ
βασιλιᾶ τῆς Ἀγγλίας ἤ σχετικά μέ τό μπλάκ -
μπότομ, τόν καινούργιο χορό τῆς μόδας.
Ὡστόσο εἴταν γραφτό νά ξαναδῶ τόν Ἐμίλ μέσα
στή βράση τοῦ πολέμου, στή φωτιά. Στήν καρδιά
αὐτοῦ τοῦ ξερατιοῦ. Ἀφοῦ κρατηθήκαμε στή γραμμή
τοῦ Αἴν καί τοῦ Οὐάζ, ἀρχίσαμε νά ἀποχωροῦμε
κατ' ἀνωτέρα διαταγή, λυσσασμένοι ἀπό μέσα μας.
Θά εἴταν 12 ἤ 13 τοῦ Ἰούνη. Ποτέ μου δέ θά τό
ξεχάσω. Ἕνα χωριό στή Νορμανδία, στό Ἕρ.
Μ' ἕναν πύργο τῆς ἐποχῆς Λουδοβίκου 14ου, τεχνητή
λίμνη, σκουροπράσινες καί σιωπηλές δενδροστοι­
χίες, μεγάλα μυθολογικά ἀγάλματα στήν εἴσοδο,
πάνω στούς παραστάτες. Μιά πλατεία πού τήν αὐλά-
κώνανε ἀδιάκοπα ἐφοδιοπομπές καί τμήματα πού
ὀπισθοχωρούσανε, θλιβερές ἐπιγραφές πάνω στήν
πόρτα τῆς ἐκκλησίας: Ἡ Ζωρζέτ Ντυράν πέρασε ἀπό
δῶ... Γιά τή Μαμά, πηγαίνουμε πρός τό Ἀνζέρ..., κι
ἐμεῖς ἐκεῖ πέρα, ἀνάκατοι μέ δραγόνους καί τ' ἅρματά
τους, πληγωμένους πού κουβαλούσανε ὁλοῦθε — οἱ
Γερμανοί πρέπει νά βρίσκονταν σ'ἕνα χιλιόμετρο, τό
πολύ ἑνάμισυ, πάνω στό δρόμο τοῦ Ἐβρέ. Πόσο θά
κρατούσαμε ἀκόμα; Σ' ἕνα δρόμο ἀντίκρυ στό μονα­
στήρι, τό σχολεῖο τῶν καλογριῶν τὄχαν καταλάβει οἱ
γιατροί, τό χειρουργεῖο, καί θά τρώγαμε μαζί τους,
γιατί ὅσο γιά συσίτιο... δέν ὑπῆρχε πιά οὔτ' ἐπιμελη­
τεία, οὔτε συσίτιο.
Ἔκανε ζέστη, κουφόβραση, ἕνας οὐρανός μολυ-
βής, πού καθάριζε ξαφνικά ἕνα μεγάλο μέρος του
ξαναβρίσκοντας τά καλοκαιριάτικα χρώματά του, κι

11
ἀμέσως ἔπειτα κατσούφιαζε. Κάτω ἀπό τά δεντράκια
τῆς αὐλῆς, ἕνα μακρύ τραπέζι. Τρώγαμε ὅλοι μαζί
ἀνάκατα, γιατροί, ἀξιωματικοί, σέ μιά γωνιά μερικοί
ὑπαξιωματικοί, ἁπλοί νοσοκόμοι, κι ἀπό τούς τραυ­
ματίες, χωρίς διάκριση βαθμοῦ, ὅσοι μπορούσανε νά
καθήσουν περιμένοντας νά περάσει νά τούς πάρει τό
νοσοκομειακό αὐτοκίνητο.
Μιά μικρή καλόγρια ντυμένη στ' ἄσπρα, μέ τήν
πελώρια καλύπτρα της, πηγαινοερχότανε ἀνάμεσά
μας κουβαλώντας πιάτα, βοηθώντας τήν ὑπηρεσία, μέ
χίλιες δυό ὑποκλίσεις στούς ἀξιωματικούς, συμμα­
ζεύοντας τό ράσο της μέ τά δυό χέρια γιά νά πηδήσει
πάνω ἀπό τά ὅπλα πού εἴταν σωριασμένα ἐδῶ κι ἐκεῖ.
Πάνωθέ μας περνούσανε τά βλήματα τοῦ γερμα­
νικοῦ πυροβολικοῦ. Πρέπει νά βομβαρδίζανε τό
δρόμο, τήν ἄλλη ἄκρη του.
Κι ἐκεῖ, ἕνα φαντάρος—φαντάρος πρέπει νἄτανε.
Μέ τό πανωκόρμι γυμνό, τό ζερβί μπράτσο κρεμασμέ­
νο ἀπ' τό λαιμό μ' ἕνα πανί, μέ τριῶν μερῶν γένια.
Ὅταν μοῦ εἶπε: «Κύριε Ζυλέπ», τινάχτηκα παραξε­
νεμένος. Τώρα εἴμουν ὁ ὑπολοχαγός Βαντερμέλεν,
ποιός τόλμησε νά...;
— Δέ μέ γνωρίσατε;... Ντορέν, ὁ ἀδερφός τῆς
Ὑβόν.
Εἴταν ὁ Ἐμίλ, γιά φαντάσου! Μοῦ διηγήθηκε
πώς εἴταν σ' ἕνα ἀνεξάρτητο τμῆμα τῆς ταξιαρχίας
τοῦ ἱππικοῦ. Ὕστερ' ἀπό τή Δουνκέρκη δέ τούς
εἴχανε δώσει ἀρκετά ἅρματα μάχης—στήν ἀρχή τοῦ
πολέμου ὁδηγοῦσε ἕνα Χότσκις...
— Δέν ἀξίζουνε ὅσο τό ποδήλατο, ἔ, Ἐμίλ;
Χαμογέλασε βιασμένα. Πρέπει νά τόν πονοῦσε ὁ
ὦμος του. Κάθε τόσο σήκωνε μηχανικά τό δεξί του
χέρι καί ψαχούλευε τό γύψο. Ἐρχότανε ἀπό κάπου
κοντά στό Ραμπουγιέ. Τό ἀνεξάρτητο τμῆμα εἶχε

12
ὑπερασπίσει τό Ραμπουγιέ, μέ πολυβόλα, ἀφοῦ εἶχε
φύγει ὁ στρατός.
— Εἴταν ἀστεῖο... Τό Ραμπουγιέ... Τόσες φορές
εἴχαμε πάει κατά κεῖ μέ τό ποδήλατο, ἡ Ροζέτ κι ἐγώ...
Δέν ἤξερε τί εἶχαν ἀπογίνει ἡ Ροζέτ καί τά παιδιά,
ἴσως νἄτανε πάντα στό Παρίσι, κι οἱ Γερμανοί πού θά
μπαίνανε ὅπου νἄναι...—ἤ, ἀκόμα χειρότερο, ἴσως
νἄχανε φύγει καί νά βολοδέρνανε πάνω στίς δημο­
σιές, ὅπως...
Μιά ὀβίδα ἔσκασε, ὄχι πολύ μακριά. Δέν ἄκουσα
τή συνέχεια, μέ φώναζε ὁ ἐπίατρος. Ἡ συνομιλία
γενικεύτηκε. Κυκλοφορούσανε διάφορες διαδόσεις.
Ἡ Ἀμερική θἄμπαινε στόν πόλεμο, οἱ Ρῶσοι εἶχαν
ἐπιτεθεῖ στούς Γερμανούς καί στό Παρίσι ἦταν
κομμουνισμός... Τά λέγανε ὅλ' αὐτά δίχως νά τά
πιστεύουνε καί κοιτάζονταν ἀναμεταξύ τους γιά νά
δοῦν τί γνώμη εἶχαν οἱ ἄλλοι. Εἴταν ἡ πρώτη μέρα
πού βλέπαμε τά πράγματα στό φῶς τῆς ἤττας. Εἴχαμε
καλά κρασιά στήν κάβα μας, δέν θά τ' ἀφήναμε στούς
Φρίτσηδες πού δέν ξέρουνε νά πιοῦν.
— Τί μπορεῖ νά καταλαβαίνουν οἱ ἐργάτες ἀπό
Παρίσι; εἶπε ὁ ἐπίατρος, ἕνας χοντρός, ἀρκετά νέος,
μ' ἕνα μουστάκι σά βοῦρτσα. Φανταστεῖτε τόν Τορέζ
νά κουβαλιέται μαζί μέ τό γερμανικό στρατό...
Ἐκείνη τή στιγμή ἀκούστηκε ἡ φωνή τοῦ Ἐμίλ.

Ὄχι πολύ δυνατή. Μέ κάποια συστολή. Ὅμως


ἀποφασιστική:
— Ὅταν εἴμουν ἔξω ἀπό τό Ραμπουγιέ, ξέρετε
κύριε Ζυλέπ, ἐκεῖ, μπροστά στό ἐξοχικό παλάτι τοῦ
Προέδρου, εἴχαμε γυρισμένα τά πολυβόλα καί τά
τουφέκια μας καταπάνω στό δρόμο... Οἱ Γερμανοί δέ
φαίνονταν ἀκόμα... μά περνούσανε ἀδιάκοπα οἱ Παρι­
ζιάνοι πού φεύγανε... ἀπίστευτα πράματα, γέροι,

13
παιδιά... κι ἔπειτα μπουλούκια ἐργάτες, ἐργοστάσια
μαζεμένα ... τό καταλάβαινες... Μᾶς μιλούσανε περ­
νώντας. Ἐργάτες ἀπό τό ἐργοστάσιο Σαλμσόν...
ἔπειτα τοῦ Σιτροέν... κι ἐκεῖ, τί βλέπω; Τό σύγαμπρό
μου καί τήν κουνιάδα μου, γιά φανταστεῖτε... Σάστισα
ἔτσι πού τούς εἶδα ξαφνικά μπροστά μου... Τότε μᾶς
τἄπανε... Παντοῦ ὅπως καί στό εργοστάσιο Ρενώ, σά
μάθανε πώς οἱ Γερμανοί θά μπαίνανε στό Παρίσι,
θελήσανε νά τά σπάσουνε ὅλα, τίς μηχανές, νά
κάψουνε τά εργοστάσια... Ἀμ' δέ!... Τούς στείλανε
στρατό τούς φοβερίσανε πώς θά τούς τραβήξουνε
Τό μυαλό τους σταμάτησε δέν μποροῦσαν νά κατα­
λάβουνε... Θέλαν νά φυλάξουνε 4 μηχανές γιά νά τίς
βροῦνε οἱ Γερμανοί, τό χωράει αὐτό ὁ νοῦς σας; Δέν
καταλαβαίνω τίποτα πιά τίποτα...
Ὅπως ὅλοι, γύρισα κι ἐγώ νά κοιτάξω τόν Ἐμίλ.
Χοντρά δάκρυα κυλούσανε ἀπ' τά μάτια του.
Τούτη τή φορά, ὅταν τόν πῆρε τό νοσοκομειακό
αὐτοκίνητο, ἀναρωτήθηκα ἄν θά τόν ξανάβλεπα ποτέ.
Αὐτή πού ξαναβρῆκα εἴταν ἡ Ὑβόν, μέ τά ὄμορφα
γαλανά της μάτια, στενογράφο σέ μιά ἐφημερίδα πού
εἶχε ἀποτραβηχτεῖ στή Μασαλία. Εἶχε περάσει ἀρκε­
τός καιρός ἀπ' τήν ἀρχή τοῦ πολέμου. Ἀπ' τό παρά­
θυρο ἄκουγα παιδιά νά τραγουδᾶνε: «Στρατάρχα μου,
παρόντες!» νεαροί μέ σπουδαῖο ὕφος καί ἀπίθανες
στολές σουλατσάρανε στό πεζοδρόμιο. Στήν ἐλεύθε-
ρη ζώνη ὀργίαζε ἡ αὐταπάτη.
— Ὁ Ἐμίλ; μοῦ λέει. Γύρισε στό Παρίσι, μά
ἔπειτα ἀναγκάστηκε νά τό σκάσει. Εἶχε γίνει σαμπο­
τάζ στό ἐργοστάσιο.
— Ὤ, ἔκανα ἀπορώντας, εἶμαι βέβαιος πώς ὁ
Ἐμίλη δέν εἶναι σαμποτέρ!
Μοῦ φάνηκε πώς ἡ Ὑβόν μέ κοίταξε παράξενα μέ
τά γαλανά της μάτια. Μιά τέτοια ἰδέα μοῦ πέρασε.

14
Ἔμοιαζε ὁλοένα περισσότερο μέ τόν ἀδερφό της.
Ἀναρωτιέμαι γιατί δέν παντρεύτηκε ποτέ.
Κατά τά Χριστούγεννα πῆγα στή Λυών.Ὁ
ἰδιοχτήτης τῆς εφημερίδας μουἅπλωνε παντοῦ τίς
ἐκδόσεις της. Ἕνα βράδι, στό ἀνάχωμα τοῦ σταθμοῦ
Περράς, καθώς ἔπαιρνα τό τραῖνο γιά τήν Καμάργη
—μ' ἔστελναν γιά μιά καμπάνια σχετική μέ τήν
ἐπιστροφή στή «γῆ»—κάποιος βιαστικός μ' ἔσπρωξε
καί εἶπε:
— Δέν προσέχετε; Ἄ!... ὁ κύριος Ζυλέπ!
Πάλι ὁ Ἐμίλ μου.Ὁὦμος καί τό μπράτσο του;
Ἐντελῶς καλά. Τά παιδιά βρίσκονταν μέ τόν παποῦ
καί τή γιαγιά.
— Καί ἡ Ροζέτ;
—Ὤ, ἐργάζεται...
— Κι ἐσεῖς πού θέλατε νά υἱοθετήσετε κιἕνα
μικρό ἱσπανόπουλο!
Ἡ ἴδια ἀλλόκοτη ματιά πού μοῦ εἶχε ρίξει κι ἡ Ὑβόν.
— Σέ τέτοιες στιγμές, εἶπε ὁ Ἐμίλ, δέν ἔχει
κανείς καιρό νά φροντίζει γιά τά δικά του τά παιδιά...
Δέ μοῦ ἐξήγησε καθαρά τί δουλειά ἔκανε τώρα.
Τόν ρώτησα τί γίνεται ὁ σύγαμπρός του. Μοῦ
ἀποκρίθηκε ἀόριστα. Τό τραῖνο του ἔφευγε.
Μποροῦμε νά ποῦμε πώς τό καλοκαίρι τοῦ 41
εἴτανε πού ἄλλαξαν ιδέες οἱ ἄνθρωποι. Δέν ξέρω γιά
ποιό λόγο. Οἱ Γερμανοί βρίσκονταν μπροστά στή
Μόσχα, μά δέν τήν εἶχαν πάρει. Μέσα στά τραῖνα, οἱ
γλῶσσες ἀρχίζανε νά λύνονται. Δέ σκέφτονταν ὅλοι
ὅπως τό φανταζότανε γενικά ὁ κόσμος. Στό τραῖνο
πού τραβοῦσε γιά τήν Τάρμπ, στό στενό διάδρομο
πού εἴταν γεμᾶτος βαλίτσες κι ἀνθρώπους πού πᾶνε
ὅλη τήν ὥρα στό ἀποχωρητήριο, λέγονταν πράματα
πού σέ κάνανε νά γελᾶς μαζί καί ν' ἀνατριχιάζεις.

15
Γνώρισα τόν Ἐμίλ ἀπ' τή φωνή του.
— Περιμένετε λιγάκι, ἔλεγε, καί θά δεῖτε τί θά
τούς σκαρώσουνε.
Τί φλόγα μές στά μάτια του! Ξανάβρισκα τόν
Ἐμίλ μου τοῦ Χειμερινοῦ Ποδηλατοδρομίου, τόν
Ἐμίλ πού πέταγε τό σκουφί του στούς ποδηλάτες, μά
δέ μιλοῦσε τώρα γιά ποδήλατα, μιλοῦσε γιά τούς
Ρώσους.
— Δέ μοῦ εἶπες τήν περασμένη φορά τί ἀπόγινε ὁ
σύγαμπρός σου.
Ξαφνικά συννέφιασε τό πρόσωπό του, καί μέ μιάν
ἀπότομη χειρονομία ἀνέβασε τά μαλλιά του πού
εἶχαν πέσει στό κούτελό του. Ἔσκυψε πρός τό μέρος
μου. Μέ ξεγέλασε τό ὕφος του.
— Εἴσαστε τσακωμένοι;
Ἀνασήκωσε τούς ὤμους.
— Οἱ Γερμαναράδες, εἶπε ψιθυριστά. Ὅταν τόν
γαζώσανε μέ τά πολυβόλα τους καί σωριάστηκε
χάμω... τόν ποδοπατήσανε... τοῦ πολτοποιήσανε τό
μοῦτρο μέ τά τακούνια τους... τοῦ χύσανε τά μυαλά...
Δέν περίμενα ν' ἀκούσω κάτι τέτοιο.
— Τί εἶχε κάνει; ρώτησα ἠλίθια.
Ἀνασήκωσε τούς ὤμους του. Δέν εἴταν μέρος γιά
τέτοιες κουβέντες... Τελοσπάντων, νά, στό ἐργοστά­
σιο πού εἶχε ξαναπιάσει δουλειά, ὅπως τόν εἶχε
διατάξει τό κόμμα του, οἱ ἐργάτες κάνανε ἀπεργία...
Θελήσανε νά τουφεκίσουνε δέκα, στήν αὐλή τοῦ
ἐργοστάσιου, οἱ ἄλλοι πέσανε πάνω στούς Γερμανα­
ράδες γιά νά τούς πάρουνε πίσω... Nαί, ἔτσι, ἄοπλοι...
ὁ σύγαμπρός του πρῶτος - πρῶτος... Καί τότε τόν
τσαλαπατήσανε...
Ὅταν ὁ Ἐμίλ ἔλεγε, τσαλαπατήσανε, λές κι
ἔβλεπε μπροστά του τή σ κ η ν ή , μέσα στή μουντή
φωνή του εἴτανε κάτι σάν ἕνας ἄγριος χορός, πράσι-

16
νοι φαντάροι μεθυσμένοι ἀπ' τό μίσος, κρανοφόρα
κτήνη πού ξαπολυθήκανε φρενιασμένα. Θέλησα νά
πῶ κάτι:
— Εἶναι τρομερό... Βλέπεις, λοιπόν, εἶναι λογικό
νά κάνουν ἀπεργία;
Στήν ἀρχή ὁ Ἐμίλ δέν ἀποκρίθηκε. Ὕστερα μέ
κοίταξε κατάματα:
— Κύριε Ζυλέπ, ἐμεῖς δέν εἴμαστε Γερμαναρά­
δες... Λογικό; Ἐδῶ δέν πρόκειται γιά λογικό ἤ ὄχι...
Πρέπει νά διώξουμε τούς Γερμανούς... Θυμόσαστε τό
36; Μέ ρωτήσατε γιατί ἔκανα κι ἐγώ ἀπεργία...
Λοιπόν, ὅπως τότε, ἔτσι καί σήμερα δέ μποροῦμε νά
προδώσουμε τούς συντρόφους... Κι ὅταν πέφτει ἕνας
πρέπει δέκα ἄλλοι νά σηκωθοῦν στό πόδι.
Ἕνας πελώριος Γερμανός λοχίας περνοῦσε ἀνά­
μεσά μας, ἀποπνέοντας ἐκείνη τήν ξεχωριστή ὀσμή
τῆς γερμανικῆς ὀρδῆς, μ' ἕν' ἀπό κεῖνα τά ἀνέκφρα­
στα πρόσωπα πού αὐτοί μονάχα κατέχουνε τό μυστι­
κό τους.
— Εἶναι καλοντυμένοι, εἶπε ὁ Ἐμίλ, κι ἄλλαξε
θέμα.
Δέν τόν ξανάδα ὁλόκληρο τό 1942. Ἡ κατάσταση
εἶχε ἀλλάξει. Δέν ἔβλεπες πιά ἀνθρώπους νά παίρ­
νουν τό μέρος τοῦ Βισύ. Τό δημοσιογραφικό ἐπάγ­
γελμα εἶχε καταντήσει ἀφόρητο. Οἱ ἐφημερίδες
συντάσσονταν μέ ἀποκόματα ἀπό γερμανικά φύλλα
καί μέ ἐπίσημα ἀνακοινωθέντα. Δοκιμάζαμε νά χώ­
σουμε καμιά γραμμούλα ἐδῶ κι ἐκεῖ, μά αὐτοί οἱ
κύριοι τῆς λογοκρισίας εἶχαν τά μάτια τους τέσσερα.
Εὐτυχῶς πού οἱ περισσότεροι δέν ξεχωρίζανε γιά τήν
ἐξυπνάδα τους. Τό Νοέμβρη, μέ τήν εἴσοδο τῶν
Ἀμερικανῶν στό Ἀλγέρι, μέ τήν κατάληψη τῆς
νότιας ζώνης ἀπό τούς Γερμανούς, ὅσοι εἶχαν ἀκόμα
ἀμφιβολίες τό βουλώσανε γιά καλά. Ἡ ἐφημερίδα

17
μας βούλιαξε. Τό ἀφεντικό φέρθηκε πολύ καλά,
ἐξακολούθησε νά μᾶς πληρώνει γιά ἕνα διάστημα
ὅπως καί πρίν. Πρώτη φορά στή ζωή μου βρέθηκα σέ
ἀμηχανία. Μοῦ εἶχαν κάνει βολιδοσκοπήσεις ἀπό
πολλές μεριές, κι ἀπό τήν Ἀντίσταση. Δίσταζα...
Ἔπειτα ἦρθ' ἐκεῖνο τό βράδι πού ὁ Χίτλερ, μέ τή
διάλυση τοῦ στρατοῦ, ἔδωσε τή χαριστική βολή στήν
κυβέρνηση τοῦ Βισύ...
Τέλος δέχτηκα νά γράφω ἐπιφυλλίδες σέ διάφορες
ἐφημερίδες. Δέν εἴταν, βέβαια, εὐχάριστο νά διαβά­
ζεις αὐτά πού γράφονταν στίς πλαϊνές στῆλες. Μά δέν
ἔβαζα κάτω ἀπ' τίς ἐπιφυλλίδες οὔτε τό ὄνομα τοῦ
Βαντερμέλεν οὔτε τήν ὑπογραφή τοῦ Ζυλέπ. Ὕστερα
καί ἡ ἀκρίβεια τῆς ζωῆς. Μόλις καί μετά βίας
κατώρθωνες νά τρῶς μιά μεριδούλα φαΐ στό εστιατό­
ριο. Ποῦ νά τίς πιάσεις τίς τιμές! Καί καθώς ἐγώ δέν
ἔκανα οὔτε κατασκευάσματα γιά νά δικαιολογήσω τή
διάλυση τοῦ στρατοῦ, οὔτε τεμενάδες στούς δορυφό­
ρους...
Ὅταν ἔμαθα πώς εἴχανε συλλάβει τήν Ὑβόν,
λυπήθηκα πολύ. Τήν καημένη. Τήν εἴχανε κλείσει
πρώτα στή φυλακή Μονλύκ. Φαίνεται πώς δέν εἶναι
καθόλου καλά ἐκεῖ, καί μάλιστα ἀσφυκτικά γεμάτη.
Τί νἄχε κάνει ἄραγε; Ἄ, ὅλες αὐτές οἱ ἑκατοντάδες
χιλιάδες ἄνθρωποι στίς φυλακές καί στά στρατόπεδα,
μπορεῖς νά ξέρεις τί νἄχανε κάνει ὅλοι αὐτοί; Ἡ
Ὑβόν εἴτανε παληκαροῦ, πάντα κεφάτη, ἀκόμα καί
σάν τήν ἔπνιγε ἡ δουλειά. Ἔπρεπε μονάχα νἄχεις τό
νοῦ σου στά ὀρθογραφικά λάθη πού ἔκανε στά κύρια
ὀνόματα...
Δέν εἶμαι πολύ βέβαιος πώς ὁ Ἐμίλ μ' εἶχε δεῖ
τότε πού τόν ἀντάμωσα στή Νίκαια. Ὡστόσο εἶχα
τήν ἐντύπωση πώς ἔκανε πώς δέ μέ εἶδε. Θἄθελα νά
τρέξω πίσω του, προπάντων γιά νά τόν ρωτήσω τί

18
ἔγινε μέ τήν Ὑβόν, μά ἔπειτα... Ὤ, δέν εἴταν πώς
φοβήθηκα μήπως φανῶ ἀδιάκριτος. Κατά βάθος
εὐχαριστιέται ὁ Ἐμίλ ν' ἀνταμώνει τό φίλο του
Ζυλέπ... Nαί, μά δέν εἴμουνα μονάχος — μέ καταλα­
βαίνετε. Τελοσπάντων, εἴταν ἀκόμα ζωντανός.
Γιά ἕνα διάστημα ἔκρυβα στό σπίτι μου ἕνα
συνάδελφο, ἕναν Ἑβραῖο, πού τόν κυνηγοῦσαν χωρίς
νἄχει κάνει τίποτα, μόνο καί μόνο πώς εἴταν
Ἑβραῖος. Τοῦ χρειάζονταν πιστοποιητικά. Ζήτησα
ἀπό μερικούς πού γνώριζα στήν Ἀντίσταση... Στό
μεταξύ ἐξακολουθοῦσα νά τόν κρύβω στό σπίτι μου.
Στεναχωριέται κανείς, στό τέλος, νά μήν κάνει
τίποτα. Ἡ σύλληψη τῆς Ὑβόν μέ εἶχε παράξενα
ἐπηρεάσει.

Ὅπως κι ἄν εἶναι, ὁ φιλοξενούμενός μου κατάφε­


ρε, ὅπως εἶπε, νά βρεῖ κάτι παιδιά πού ἔφτιαναν
πλαστές ταυτότητες, ἀκριβοπληρωμένες, κι εἴταν νά
φύγει γιά κάπου, στήν ἐξοχή, ὅταν ἕνα πρωί χτυποῦ­
νε τήν πόρτα μου· ὁλόκληρη διμοιρία, ἕνας Γάλλος
ἀστυνόμος, οἱ ἄνθρωποί του καί δυό τῆς Γκεστάπο.
Δέ θά μ' ἄρεσε νά διηγηθῶ αὐτήν τήν ἱστορία, τίς
λεπτομέρειές της, δέν ἔχουν καμιά θέση δῶ μέσα.
Μᾶς δείρανε. Ἐμένα μέ κρατήσανε οἱ Γάλλοι. Ὁ
καημένος ὁ ἄλλος, κανένας δέν ξέρει τί ἀπόγινε.
Θἄτανε κι αὐτός μέσα σέ κεῖνα τά βαγόνια γιά ζῶα,
πού ἔφευγε γιά τή Γερμανία, καί πού ξεχάστηκε
σ' ἕνα σταθμό κοντά στό Μπορντώ, μέ τίς πόρτες
ἀμπαρωμένες, ὥσπου μετά πέντ' ἕξη μέρες εἶχε πάψει
ν' ἀκούγεται κάθε θόρυβος ἐκεῖ μέσα. Ἐγώ τή γλύ­
τωσα μ' ἕξη μῆνες φυλακή γιά μή δήλωση ἐνοίκου.
Εἴτανε στήν αὐλή τῆς φυλακῆς, τούτη τή φορά,
πού ξανάδα τόν Ἐμίλ. Τήν ὥρα πού μᾶς κάνανε
περίπατο. Καί τί περίπατο! Ἕνα σωστό πηγάδι

19
ἀνάμεσα στούς ψηλούς καί μαύρους τοίχους, ἴσαμε
δέκα μέτρα μέ ὀχτώ, κι ἐκεῖ γυρίζαμε γύρω τριγύρω, ὁ
ἕνας πίσω ἀπ' τόν ἄλλο σέ ἀρκετή ἀπόσταση, δίχως
τό δικαίωμα νά κουβεντιάσεις... Εἴτανε πίσω μου καί
δέν τόν εἶχα δεῖ. Ἀκούω ξαφνικά ἕνα μουρμουρητό:
«Ἔ, κύριε Ζυλέπ... κύριε Ζυλέπ», ἀδύνατο νά λαθευ­
τῶ. Εἴταν ὁ Ἐμίλ. Δέν μπορέσαμε νά ποῦμε καί
πολλά. Μεσολαβοῦσε ἕνας γύρος ἀνάμεσα ἐρώτηση
κι ἀπάντηση. Τί γίνεται ἡ Ὑβόν;
— Σέ στρατόπεδο. Ὑπηρεσία.
— Κι ἡ Ροζέτ;
Δέ δόθηκε ἀμέσως ἡ ἀπάντηση. Ἕνας γύρος. Ὁ
φύλακας κοίταζε πρός τό μέρος μας. Ἐπιτέλους, ἡ
φωνή, κάπως ἀλλαγμένη.
— Στή Σιλεσία... ἀπ' τό Γενάρη... δίχως εἰδήσεις...
Αὐτό μέ τάραξε. Στό κελί μου, σκεφτόμουν
ἀδιάκοπα τή Ροζέτ. Στή Σιλεσία, ποῦ στή Σιλεσία; Σέ
ἁλατορυχεῖα; Ποιός ξέρει! Αὐτή ἡ μικρούλα. Τόν
ξανάβλεπα ὅπως εἴτανε τήν πρώτη φορά, στό Χειμε­
ρινό Ποδηλατοδρόμιο, ἕνα κοριτσόπουλο... Ὁ σύ­
γαμπρος, ἡ Ὑβόν, ἡ Ροζέτ... Ἄ, μιά οἰκογένεια πού
τράβηξε πολλά, πού τ' ἀψήφησε ὅλα. Δέν εἴχανε
τίποτα νά κερδίσουν. Στό ἴδιο κελί μ' ἐμένα εἴταν
ἕνας μαυραγορίτης κι ἕνας λωποδυτάκος, πού μέ
στραβοκοιτάζανε γιατί ἐγώ εἴμουνα πολιτικός κατά­
δικος...
Μιάν ἄλλη φορά, στήν ἀγγαρεία τοῦ ἀπόπατου.
Βρισκόμουνα στό διάδρομο. Νά ὁ Ἐμίλ πού περνάει
πλάι μου. Ψιθυρίζει:
— Πῶς εἶναι τὄνομά σας, κύριε Ζυλέπ;
Ἀστεῖο νά βρεῖ αὐτό νά μέ ρωτήσει. Μόλις
πρόφτασα νά τοῦ τό πῶ. Ὅταν τόν ξανάδα στόν
περίπατο, στήν ἐρώτησή μου:
— Τί εἶχε κάνει ἡ Ροζέτ; ἀποκρίθηκε:

20
— Τίποτα, τό καθῆκον της.

Ὁ μαυραγορίτης ἔλεγε πώς μᾶς κακομεταχειρί­


ζονταν σ' αὐτή τή φυλακή γιατί εἶχε κι ἕνα σωρό
ἀπ' αὐτούς τούς ἐπαναστάτες κι αὐτό ἀντανακλοῦσε
πάνω στούς ἄλλους. Καί λέγοντάς το μέ στραβοκοί­
ταζε. Τοῦ ἐξήγησα πώς δέν εἴμουνα καθόλου ἐπανα­
στάτης, οὔτε κἄν γκωλιστής...
— Κι ὅμως εἶσαι πολιτικός κατάδικος, εἶπε ὁ
μαυραγορίτης. Πρέπει νά διαλέξεις ἕνα ἀπ' τά δυό...
Ἕνα βράδι, μεγάλη φασαρία καί κακό μές στή
φυλακή. Ἀκούγονταν πόρτες νά βροντολογοῦν, τρεξί­
ματα. Οἱ τρεῖς μας κοιταζόμασταν κάπως ἀνήσυχοι.
Τί νἄτανε πάλι; Ἔπειτα βήματα στό διάδρομο, τό
κλειδί γύρισε στήν κλειδαριά. Εἴτανε κιόλας σκοτά­
δι. Ἡ πόρτα ἀνοίγει, τό φανάρι τοῦ φύλακα, ἕνας
ἄλλος φύλακας μαζί του, καί πίσω τους τρεῖς φυλακι­
σμένοι πού φαίνονταν νά τούς δίνουνε διαταγές. Ή
φωνή τοῦ Ἐμίλ:
—Ἐκεῖνος, στό βάθος... Βαντερμέλεν...
Κ' ὁ φύλακας:
— Βαντερμέλεν, προχώρησε.
— Τί νἄτανε; Καμμιά ἐξέγερση; Ὁ Ἐμίλ ἐξήγη­
σε:
— Ὁμαδική ἀπόδραση.
Οἱ σύντροφοί μου πηδούσανε ἀπ' τή χαρά τους. Μά
τούς σπρώξανε μέσα στό κελί: μονάχα οἱ πολιτικοί
κατάδικοι... Λυσσάξανε ἀπ' τό κακό τους.
Δέν ἔχω δεῖ ποτέ μου κάτι τόσο καλά ὀργανωμένο.
Ὁ διευθυντής τῆς φυλακῆς στεκότανε μεζεμένος ἴδιο
παιδάκι, πολλοί φύλακες εἶχαν πάει μέ τό μέρος τῶν
φυλακισμένων, οἱ ἄλλοι εἴχανε δεθεῖ. Οἱ στασιαστές
κρατούσανε τήν τάξη. Εἴχανε στά χέρια τους τόν
κατάλογο καί τόν διευθυντή. Ὁ Ἐμίλ ἔλεγε:

21
— Θά βγοῦνε μονάχα οἱ πατριῶτες.
Λογάριαζε καί μένα ἀνάμεσα στούς πατριῶτες.
Ἔνοιωθα περήφανος, δέν μπορῶ νά πῶ.
Δέ θά διηγηθῶ τή συνέχεια, τό καμιόνι μές στή
νύχτα, ἐκεῖνο τό τρομερό δυστύχημα κάτω ἀπ' τό
γεφύρι τῆς σιδηροδρομικῆς γραμμῆς, ἔπειτα πού
φτάσαμε σ' ἕνα χωριό πάνω στά βουνά, οἱ καλοί
ἄνθρωποι πού μᾶς κρύψανε, τά ροῦχα πού μᾶς φέρανε,
ἡ ἐξαιρετική καλωσύνη ὅλου τοῦ κόσμου. Ὡστόσο
δέν φανταζόμουνα ποτέ πώς ὑπῆρχε στόν τόπο μας
τόση ἐθελοθυσία, τόσοι ἄνθρωποι μέ καρδιά... Δέ
βρίσκω ἄλλες λέξεις... Ὁ Ἐμίλ δέν εἴτανε πιά μαζί
μας. Μᾶς εἴχανε σκορπίσει σέ μικρές ὁμάδες. Μαζί
μου εἴτανε ἕνας δικηγόρος ἀπ' τό Κλερμόν, δυό
γκωλιστές πού γνώριζα τόν ἕνα τους, ἕνας συνάδελ­
φος κι ἕνας χωρικός ἀπ' τό Νερόμ. Τὄχαμε σκάσει
ὀγδόντα, φανταστεῖτε!
Τώρα πιά δέ μέ λένε Βαντερμέλεν, οὔτε κἄν
Ζυλέπ. Ἔχω ταυτότητα μέ τό ὄνομα Ζάκ Ντενί.
Πρώτης τάξεως χαρτιά, καλοφτιαγμένα, ὄχι σάν
ἐκεῖνα πού εἴχανε πουλήσει οἱ παλιάνθρωποι στόν
καημένο τόν Ἑβραῖο πού φιλοξενοῦσα. Οἱ σύντρο­
φοί μου μέ ρωτήσανε ἄν εἶχα ποῦ νά πάω. Στήν ἀρχή
εἶπα πώς δέν εἶχα. Ἔπειτα, ὅταν μοῦ εἶπαν: «Ἔλα
τότε μαζί μας», ρώτησα ποῦ; Μά στό βουνό, ἀνταρτο­
πόλεμο!... Ὁμολογῶ πώς δέ μοῦ καλάρεσε. Τό
καλοκαίρι, ἔ, πάει κι ἔρχεται, μά τό καλοκαίρι εἴταν
πιά πολύ προχωρημένο. Τό βουνό. Δέ μπορῶ νά
φανταστῶ καθόλου τόν ἑαυτό μου στό βουνό.
Μ' αὐτά πού μοῦ προμηθέψανε οἱ χωριάτες μπό­
ρεσα νά πάω ἕως τό Μ. πού οἱ φίλοι μου Υ. — δέ θέλω
νά τούς ἐκθέσω—ἔχουν μιά ὄμορφη βιλλίτσα. Θά μοῦ
δίνανε τόν καιρό νά σκεφτῶ τί θ' ἀπόκανα. Δέ
φανήκανε καί τόσο εὐχαριστημένοι πού μέ βλέπανε.

22
Μά ὅσο νἄναι μοῦ φερθήκανε καλά. Ὁ Πώλ Υ. δέν
πίστευε στ' αὐτιά του, μοῦ ἔκανε ἕνα σωρό ἐρωτήσεις.
Αὐτό πού τόν ἀνησυχοῦσε, ἦταν τό χωριό πού μᾶς
δέχτηκε τόσο καλά!
— Ὥστε σ' αὐτό τό χωριουδάκι, πάνω στό βουνό,
εἶναι τώρα ὅλοι τους ἀντάρτες;
— Δέν ξέρω τί εἶναι. Ἕνα ξέρω, ὅτι εἶναι
ἄνθρωποι μέ καρδιά. Ἔχουν μιά ἐπιτροπή Ἐθνικοῦ
Ἀπελευθερωτικοῦ Μετώπου... Αὐτό δέν καθησύχασε
τόν Πώλ Υ.
— Εἶναι τρομερό, ἔλεγε, πόσο ἁπλώνεται αὐτή ἡ
ὀργάνωση.
Δέν εἶπα τίποτα, μονάχα πῆρα μέσα μου τήν
ἀπόφαση νά μήν πολυκαιρίσω στό σπίτι του. Αὐτόν,
ἐκεῖνο πού τόν τρομάζει δέν εἶναι οἱ Γερμανοί πού
τούς βλέπει ἀπ' τά παράθυρά του νά περνοῦνε πάνω
στή δημοσιά μέ τ' αὐτοκίνητα - πολυβόλα τους,
πηγαίνοντας νά κυνηγήσουνε τούς ἀντάρτες στό
ὀροπέδιο τοῦ Α., πού καθώς λένε ἔχει πολλούς ἐκεῖ
πάνω. Ἄ, ὄχι.
Τά κατάφερα νά κατέβω στήν πόλη. Μέ βοηθήσα­
νε μερικοί φίλοι, κι ἔπειτα ξαναβρῆκα τόν Πρωτοπο­
πώφ, μάλιστα, τόν Πρωτοποπώφ, τό γιό τοῦ στρατη­
γοῦ, τόν Παρισινό φωτογράφο πού εἶχα πάει κάποτε
μαζί του στοῦ Ἐμίλ. Ποῦ τόν πιάνεις! Ἔχει πάθει
παραλήρημα. Δέ σταματάει νά μιλᾶ γιά τόν Στάλιν.
Λέει πώς ὁ πατέρας του εἴταν ἕνας ἠλίθιος πού τίποτα
δέν καταλάβαινε, πώς αὐτός τώρα ἔνοιωθε δυστυχι­
σμένος πού δέ βρισκότανε στή Ρωσία, στίς τάξεις τοῦ
κόκκινου στρατοῦ, νά πολεμάει γιά τήν πατρίδα του.
Δέν ξέρω καλά-καλά μέ τί καταγίνεται, μά ὡστόσο
δουλεύει σ' ἕνα μεγάλο εἰκονογραφημένο περιοδικό,
καί συνενοήθηκε μέ τόν ἀρχισυντάκτη, πού καθώς
φαίνεται εἶναι πολύ ἐντάξει, νά γράφω μερικές

23
γραμμές πού νά ἐξηγοῦνε τίς φωτογραφίες του. Δέν
ἔχω ἀνάγκη νά φανερωθῶ, ὑπογράφω Ἀντέτ ντέ
Λυσόν. Κανένας δέ θά βάλει στό νοῦ του πώς εἶναι ὁ
Ζυλέπ, μ' ἕνα τέτοιο ὄνομα. Βγάζω τό ψωμί μου.

Κατοικῶ σέ μιά μικρή κωμόπολη. Στήν ἀρχή δέ


μιλοῦσα σέ κανέναν. Τελοσπάντων, τώρα βλέπω
συχνά τόν ἐφημέριο. Εἶναι γεμάτος ἐνθουσιασμό.
Βρίσκεται ἀδιάκοπα σέ διαβούλια μέ κάτι τύπους πού
ἀπ' τό παράστημά τους φαίνονται στρατιωτικοί.
Ἔχει διοργανώσει ἕνα ἐργαστήριο, κι ἐκεῖ μέσα οἱ
γυναῖκες τοῦ τόπου, μικροαστές, ἀκόμα κι ἐργάτριες
(ἔχουμε ἕνα μικρό ἐργοστάσιο πού φτιάνει λεμονά­
δες) ἐργάζονται χωρίς νά λέει καμιά γιά ποιό σκοπό,
μά δέ χρειάζεται φιλολογία γιά νά τό καταλάβεις.
Ποιός θά τὄλεγε τό 1940! Τώρα ὁλόκληρη ἡ Γαλλία
εἶναι ἔτσι. Πηγαίνω στοῦ χασάπη κι ἀκούω ραδιόφω­
νο. Ἄλλος τύπος πάλι αὐτός. Δίνει κρέας σέ κάτι
πρόσφυγες μέ ἀλλόκοτο παρουσιαστικό, πού δεν
ἔχουνε δελτίο. Ὅλοι ξέρουνε πώς ὁ γιατρός ν ο σ η ­
λεύει τούς ἀντάρτες, πού δέ βρίσκονται καί πολύ
μακριά. Τίς προάλλες φέραν ἕναν τραυματία. Ἡ
κωμόπολη ἔχει πολύ ἤρεμη ὄψη, μά ὅταν κοιτάξεις
πιό προσεχτικά... Στοῦ χασάπη ἔρχονται πότε-πότε
μερικοί ἄνθρωποι πού μοιάζουνε μ' αὐτούς πού δέχε­
ται ὁ ἐφημέριος στά κρυφά. Ὅλοι τους μιλᾶνε, λίγο
ἤ πολύ, σάν τόν Ἐμίλ. Δέν ξέρω τί λογῆς ἄνθρωποι
εἶναι. Συζητᾶνε γιά τόν πόλεμο πού τραβάει σέ
μάκρος στήν Ἰταλία, ἔχουνε πληροφορίες γιά τό τί
γίνεται στό Βισύ, προχωροῦνε κάτι μικρές καρφίτσες
πάνω στό χάρτη τοῦ ρωσικοῦ μετώπου.
Στή γειτονική πόλη, οἱ ἐργάτες κάνανε ἀπεργία
γιά τήν ἐπέτειο τοῦ Βαλμύ, στίς 20 τοῦ Σεπτέμβρη. Οἱ
Γερμανοί πιάσανε τρακόσιους, μά κανείς δέν ξέρει

24
πού τούς πήγανε. Ὁ εφημέριος κρύβει ἕναν ἀπεργό
πού τούς ξεγλίστρησε μέσ' ἀπ' τά χέρια. Θά τόν
στείλουνε σέ κάποιο χτῆμα. Ἐκεῖνος λέει πώς θά
προτιμοῦσε νά πάει στό βουνό μέ τούς ἀντάρτες.
Εἶναι ὑπέροχο τό τί λύσσα ἔχουν ὅλοι τους. Περηφα­
νεύεσαι νἆσαι Γάλλος.
Μονάχα ἕνας ἴσκιος ρίχνει τό μαῦρο του σημάδι
πάνω στή κωμόπολη. Κάποιος πού κάθεται στή ἄλλη
ἄκρη, σ' ἐκεῖνο τό κίτρινο σπίτι. Φαίνεται πώς ὅταν
πρωτοπεράσανε οἱ Γερμανοί ἀπό δῶ, τό 40, τούς
ὁδήγησε ποῦ νά βροῦνε τρόφιμα, ἔπινε συντροφιά
μαζί τους... Τελοσπάντων δέν τόν ἀγαποῦν ἐδῶ.
Προπάντων πού τό ἀνηψάκι του, ἑφτά χρονῶν παιδί,
εἶπε μιά μέρα καθώς ἔπαιζε μέ τό γιό τοῦ χασάπη;
«Ἐγώ, σά θά μεγαλώσω, θά πάω μέ τούς Γερμανούς,
σάν τό θεῖο μου. Θά κερδίζω, σάν ἐκεῖνον, ἑκατόν
πενῆντα φράγκα τή μέρα, δίχως νά κάνω τίποτα...»
Λένε πολλά γι' αὐτόν. Ἴσως νά μήν εἶναι ὁ μόνος. Μά
γιά τούς ἄλλους δέν εἶναι σίγουροι. Αὐτός ἐδῶ,
λαβαίνει κάθε τόσο μέσω τοῦ ταχυδρομείου ἕνα μικρό
νεκροσέντουκο κι ὅλος ὁ κόσμος γελάει κάτω ἀπ' τά
μουστάκια του.
Ὁ Πρωτοποπώφ καί γώ πήγαμε μέ δημοσιογρα­
φική ἀποστολή σ' ἕνα καταυλισμό «Νομιμοφρόνων»,
ὄχι μακριά ἀπό τή Γκρενόμπλ. Ἔκανε ζέστη. Τέσσε­
ρις ὧρες μέ τό λεωφορεῖο. Μιά πολύ ὄμορφη τοποθε­
σία. Φυλλωσιές χρυσοκόκκινες... Ἡ περιγραφή δέν
ἔχει σημασία. Πάνω πού οἱ ἀρχηγοί εἶχαν παρατάξει
τά τσοῦρμα τους κι ἀρχίσανε παρελάσεις καί κόντρα
παρελάσεις—ὅλ' αὐτά πού τἄχουμε δεῖ ἑκατό φορές,
ἐδῶ πού τά λέμε—νά καί παρουσιάζονται στήν εἴσοδο
τοῦ καταυλισμοῦ δυό καμιόνια καί κατεβαίνουν
ἀπ' αὐτά μέ τάξη μερικοί ἁρματωμένοι πού μᾶς

25
βάζουνε στό σημάδι. Καμιά εἰκοσαριά, κι ἐμεῖς
εἴμασταν ὡς ἑκατόν πενῆντα. Ἄοπλοι ὅμως. Οἱ
ἀρχηγοί κατεβάσανε τά μοῦτρα τους. Οἱ «Νομιμό-
φρονες» πείσθηκαν χωρίς πολλά ζόρια νά παραδώ­
σουν τά ροῦχα, τά παπούτσια τους, ὅλο τόν ἐφοδια­
σμό τους. Τόν Πρωτοποπώφ καί μένα δέ μᾶς ἀγγίξα­
νε. Εἴταν νεαροί, φορούσανε κοντά ἀμπέχωνα, ἀρβύ­
λες, κυλόττες καί γκέττες, κάπως παράταιρα ντυμένοι
ἀλλά μέ κάποια ὁμοιομορφία στούς μπερέδες. Φυσι­
κά, ὅταν ἕνας ἀπ' τούς ἀρχηγούς τους μοῦ εἶπε «Ἔ, τί
δουλειά ἔχετε δῶ σεῖς κύριε Ζυλέπ», ξαφνιάστηκα.
Πάλι ὁ Ἐμίλ. Τί τά θέλετε, εἶναι γραφτό. Νά τώρα
πού ἔγινε κι ἀντάρτης. Πῆρε κι ἕνα ποδήλατο πού
εἶχαν οἱ «Νομιμόφρονες». Ἔπρεπε νά τόν βλέπατε
πῶς τό περιεργαζότανε καί τί εὐχαριστημένο ὕφος
πού εἶχε:
— Ἐμπρός, φορτῶστε το!
Δέν εἶχε ἀλλάξει ὁ Ἐμίλ. Φύγανε μέ τήν ἴδια τάξη
πού εἶχαν ἔρθει.
Ὅταν γύρισα πίσω, μ' ἔτρωγε ἡ γλώσσα μου νά
διηγηθῶ τό ἐπεισόδιο στόν ἐφημέριο. Περίεργο πῶς
ἀλλάζουν οἱ ἀντιλήψεις γιά τήν ἠθική... Δέν πάει
πολύς καιρός πού θά θεωροῦσα τόν Ἐμίλ ἕνα ληστή.
Σήμερα—ὄχι ὕστερα ἀπό σκέψη, μά ἔτσι, σά νἄρθε
μονάχο του— τά πράγματα ἔχουν ἀλλάξει νόημα καί
σημασία. Ὄχι μονάχα γιά μένα. Ὁ χασάπης λόγου
χάρη. Ὁ εφημέριος. Κι ὅλοι σχεδόν ἐδῶ, αὐτοί οἱ
ἄνθρωποι πού δουλεύανε ὅλη τους τή ζωή πειθαρχι­
κοί στό νόμο καί χαιρετούσανε ταπεινά τόν δήμαρχο.
Αὐτοί πού πηγαίνανε ταχτικά στήν ἐκκλησία. Αὐτοί
πού δέ νηστεύανε καί τρώγανε κρέας ἀκόμα καί τή
Μεγάλη Παρασκευή. Τό ἀφεντικό τοῦ «λεμοναδο-
ποιείου», πού οἱ δικοί του γιοί δουλεύανε στή
Γερμανία—γιατί ὅταν φύγανε ἀρχή-ἀρχή, ἡ Ἀντί-

26
σταση δέν εἴταν ἀκόμα διοργανωμένη— καί πού τώρα
κάνει ὅ,τι μπορεῖ γιά νά ἐμποδίσει τούς ἐργάτες του
νά φύγουνε κι αὐτοί γιά κεῖ. Ἡ γυναίκα τοῦ
συμβολαιογράφου κι ἡ γυναίκα τοῦ γιατροῦ. Διηγή­
θηκα στό χασάπη τήν ἱστορία γιά τό σύγαμπρό του
Ἐμίλ, αὐτόν πού εἴχανε τσαλαπατήσει.
Αὐτή ἡ ἰδέα τόν στενοχωρεῖ. Δέν μπορῶ, βέβαια,
νά τοῦ πῶ πώς ὅταν τὄσκασα ἀπ' τή φυλακή δέν
ἐξέτασα νά μάθω σέ ποιόν τό χρωστοῦσα.
Εἴτανε λίγες μέρες ὕστερα ἀπό τίς 11 τοῦ Νοέμ­
βρη πού μπλοκάρανε τήν κωμόπολή μας. Καθώς
λένε, πήγανε στή Δημαρχία, μά πρίν νά πᾶνε ἐκεῖ
τούς εἴδανε νά χτυπᾶνε τήν πόρτα τοῦ κίτρινου
σπιτιοῦ, κι ὁ συνεργάτης τους τούς συνόδεψε στή
Δημαρχία. Ἐγώ εἶχα τήν τύχη νά μήν μποῦν ἐδῶ πού
κρατῶ ἕνα δωμάτιο, στό σπίτι μιᾶς κοπέλας πού
ἐργάζεται στό Ταχυδρομεῖο. Μά, νά πεῖς, τί εἶχα νά
φοβηθῶ; Τά χαρτιά μου εἴταν ἐντάξει... Πήρανε
εἴκοσι παληκάρια, κι ἕναν δεκαεννιά χρονῶν, πού
δοκίμασε νά ξεφύγει, τόν σκοτώσανε πίσω ἀπ' τήν
ἐκκλησία. Καί τό τρομερώτερο εἴταν ὁ τρόπος πού
πιάσανε τόν καημένο τό γέρο ἐφημέριο... Λένε πώς
τόν πέταξαν ἔξω ἀπό τό σπίτι του, πώς τόν χτυπούσα­
νε μέ τόν ὑποκόπανο. Ἔπεσε χάμω πολλές φορές.
Ψιθύριζε: «Πάτερ ἡμῶν ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς, ἁγια­
σθήτω τό ὄνομά σου... ἐλθέτω ἡ βασιλεία σου...»
Φαίνεται πώς ὁ ἄνθρωπος τοῦ κίτρινου σπιτιοῦ εἴτανε
μπροστά ὅταν τόν ρίξανε μέσα στό φορτηγό βαγόνι,
καί πώς τοῦ φώναξε: «Γειά σου τράγο...» Ἡ κωμόπο­
λη εἶναι ἀγαναχτισμένη μέ τόν ἄνθρωπο τοῦ κίτρινου
σπιτιοῦ. Ἄν τοῦ συμβεί τίποτα κακό, δέ θἆμαι γώ πού
θά τόν κλάψω.
Λένε, δηλαδή ὁ χασάπης μοῦ τὄπε, πώς οἱ
Γερμανοί ἤρθανε γιατί εἴτανε ἀντάρτες στά περίχω-

27
ρα. Ἔπρεπε νά εἰδοποιηθοῦν νά φύγουν βιαστικά, κι
αὐτός πού τούς εἰδοποίησε εἴταν ὁ ἐφημέριος. Ὁ
γιατρός πρέπει νά ξέρει κατά πού τραβήξανε. Στό
μεταξύ ὁ τόπος γέμισε μυστικούς. Τή νύχτα κυκλο­
φοροῦν μοτοσυκλέτες. Ὕποπτα πρόσωπα ἐμφανίστη­
καν στό «Ξενοδοχείο τῶν Ταξιδιωτῶν» καί στό
ἐστιατόριο Μπουριγιόν. Πιάσανε μερικούς νά κρυφα­
κοῦνε στίς πόρτες. Τήν ἀγγλική ἐκπομπή, πού τή
βάζαμε στό διαπασῶν, τώρα τήν παίρνουμε ὅσο πιό
ἀθόρυβα μποροῦμε. Καταδώσανε τό γιατρό καί τή
γυναίκα του. Ἦρθε ἡ Γκεστάπο, δέν τούς πιάσανε
τούτη τή φορά, μά ὁ κόσμος εἴταν μέ τήν ἐντύπωση
πώς τούς ἄφησαν ἐλεύθερους γιά νά δοῦν μέ ποιούς
πηγαίνουν. Στήν πόλη, κάθε τόσο τινάζεται καί κάτι
στόν ἀέρα: ἕνα καφενεῖο, ἡ πρόσοψη τῆς γερμανικῆς
Κομαντατούρ, μιά χειροβομβίδα ἔσκασε στό Σινέ-
Παλάς... Ἡ σιδηροδρομική γραμμή ξηλώθηκε τρεῖς
φορές σέ μιά βδομάδα.
Ὅλ' αὐτά, κατά τή γνώμη μου, εἶναι ἀνόητα
καμώματα. Κι ἔχω πάντα τήν ἰδέα πώς εἶναι ἔργα τοῦ
Ἐμίλ. Ἄραγε θά ξαναδῶ ποτέ τόν Ἐμίλ; Καί τί νά
γίνεται ἡ ἀδερφή του; Τώρα πού ὅσο νἆναι, ἀρχίζω νά
γερνῶ, λέω πώς εἶχα σταθεῖ ἀνόητος, θἄπρεπε νἄχα
παντρευτεῖ μέ τήν Ὑβόν, εἶναι μιά τίμια Γαλλιδούλα,
μέ ὄμορφα μάτια. Ἴσως νἄμασταν εὐτυχισμένοι
μαζί... Ἴσως νἄχω γελαστεῖ στό νόημα τῆς ζωῆς. Δέ
μπορεῖς νά πισωγυρίσεις. Δέν εἴμουνα παρά ἕνας
ἐγωιστής...
Τρομοκρατία σ' ὅλη τήν περιοχή. Γερμανικές
περιπολίες. Ὁ κόσμος περιμένει καμιά ἔρευνα στό
«λεμοναδοποιεῖο». Διαλέξανε τόν ἄντρα τῆς παρα­
δουλεύτρας γιά ἐθνοφύλακα, ὅπως ἔχουνε τό θράσος
νά τούς λένε. Λογαριάζει νά βάλει τό πόδι του στό
γύψο, καί μ' ἕνα πιστοποιητικό γιατροῦ... Βρίσκω

28
πώς ἔχει ἄδικο. Θἄκανε καλύτερα νἄφευγε γιά τό
βουνό, στό ἀντάρτικο. Προτιμότερο στρατιώτης πα­
ρά λιποτάχτης.
Ξανάδα τόν Ἐμίλ. Ἀλλά μονάχα στ' ὄνειρό μου.
Σέ μιά πόλη πού δέν εἴταν οὔτε ἡ Γκρενόμπλ, οὔτε τό
Παρίσι. Μιά μεγάλη λεωφόρος, ἀδειανή, θλιμένη,
χειμωνιάτικη. Δέν ἔβλεπες Γερμανούς. Ὡστόσο εἴ­
ταν ἐκεῖ, πίσω ἀπ' τά γυμνά δέντρα, στίς σκοτεινές
ἐσωχές τῆς κάθε πόρτας... Κρατοῦσα ἕνα βαλιτσάκι
καί εἴμουνα βιαστικός. Δέν ξέρω ποιός εἶχε τέσσερις
ὧρες καθυστέρηση, τό τραῖνο ἤ ἐγώ; Ξαφνικά ντου­
φεκιές, ἄνθρωποι πού δέν εἶχαν κάνει τίποτα μά
ἔτυχε νά βρεθοῦν ἐκεῖ, σωριάζονταν... Ὅλ' αὐτά, κι
ἀκόμη κάποια ἱστορία πού μοῦ εἴχανε διηγηθεῖ γιά
ἕναν ἄνθρωπο πού πιάσανε κι εἴχανε ξαπολύσει πάνω
του τά σκυλιά τους ἀφοῦ τόν κρεμάσανε ἀπ' τά
χέρια... Ὅλ' αὐτά... Τότε παρουσιάστηκε μπροστά
μου ὁ Ἐμίλ. Εἴτανε πάνω σ' ἕνα ὑπέροχο ποδήλατο
νικελωμένο. Ἕνα ποδήλατο σάν αὐτά πού ἔχουνε στό
τσίρκο οἱ ἀκροβάτες. Ἤξερα πώς εἴταν ἐκεῖνο πού
εἶχε πάρει ἀπό τούς «Νομιμόφρονες». Πέρασε πλάϊ
μου καί εἶπε: «Καλημέρα κύριε Ζυλέπ...». Ξαφνικά
πήρα εἴδηση πώς κάτι περνοῦσε πίσω μου. Εἴταν ὁ
ἄνθρωπος τοῦ κίτρινου σπιτιοῦ. Σημάδευε τόν Ἐμίλ.
Θέλησα νά φωνάξω. Ἡ φωνή πνίγηκε στό λαρύγγι
μου. Μά πρόφτασε καί τράβηξε ὁ Ἐμίλ, κι ὁ ἄλλος
κοιτότανε κατάχαμα μέσα στά αἵματα.

Ξύπνησα μέ τήν καρδιά στό στόμα, τρομαγμένος


ἀπ' τόν ἑαυτό μου. Ποθοῦσα σ τ ' ἀλήθεια τό θάνατο
ἑνός ἀνθρωπου; Λένε πώς αὐτός κατάδωσε τόν ἐφημέ­
ριο, πώς αὐτός ὁδήγησε τούς Γερμανούς στ' ἀντάρτι­
κο λημέρι... Ἴσως νἄχω γελαστεῖ στήν ἐκτίμησή μου
γιά τά πράγματα τῆς ζωῆς. Βάζω στό νοῦ μου τή

29
Ροζέτ, μέ τίς φακίδες της, σ' ἐκεῖνο τό κάτεργο τῆς
Σιλεσίας. Πῶς νἆναι τώρα τά χέρια της, τά μαλλιά
της. Μπῆκε ὁ χειμώνας, θά κρυώνει, θά κρυώνει
τρομερά. Κι ἡ ἐξάντληση ἀπό τήν ὁλοήμερη δουλειά.
Εἶναι ἀβάσταχτο νά τό συλλογιέσαι. Κάθε μέρα πού
περνᾶ, ὅλο γίνεται καί πιό ἀβάσταχτο νά τό συλλογι­
στεῖς.
Πῆγα στήν πόλη. Μέσα στό λεωφορεῖο εἴταν ὁ
ἄνθρωπος τοῦ κίτρινου σπιτιοῦ. Καλοντυμένος. Ὁ­
λοκαίνουργια ὅλα, σά νά σοῦ μπαίνουνε στό μάτι...
Τά παπούτσια, τό πανωφόρι, τ' ἀνοιχτόχρωμα πέτσι­
να γάντια. Ὁ κόσμος εἴτανε παστωμένος μέσα στό
λεωφορεῖο. Ἄν ἔμπηγες ἕνα μαχαίρι στήν καρδιά
αὐτοῦ τοῦ προδότη θ' ἀπόμενε ὀρθός ἔτσι πού θά τόν
στηρίζανε γύρω του οἱ ἄλλοι. Τρομερό νά συλλογιέ­
σαι πώς ὑπάρχουνε Γάλλοι πού παραδίνουνε συμπα­
τριῶτες τους στούς Γερμανούς. Στή Γκρενόμπλ, στό
Κλερμόν Φεράν, ἔχουν ἀρχίσει νά σκοτώνουν αὐτούς
πού ὀνομάζουνε ὁμήρους. Στήν ἐφημερίδα τους,
συνθήματα μέ γράμματα μεγάλα: «Ἄνδρες τῶν Ταγ­
μάτων Ἀσφαλείας, ἐπί σκοπόν...».
Δέν ἀνταμώνω πιά τόν Ἐμίλ. Παντοῦ ὅμως
συναντάω τόν καταδότη. Δέν ξέρω, πρωτύτερα δέν
τόν ἔβλεπα τόσο συχνά. Εἴταν στό ἴδιο τραῖνο μέ
μένα ὅταν πήγα στή Λυών. Τόν βρῆκα στοῦ ρολογᾶ
ὅταν τοῦ πῆγα νά διορθώσει τό ξυπνητήρι μου.
Ἄλλη μιά φορά στήν ἐξοχή, κοντά σέ κεῖνο τό
χωριουδάκι πού ἔχει ἕνα μεγάλο ἐργοστάσιο μέ
γαλάζια παράθυρα... Εἶχα πάει γιά περίπατο. Βρεθή­
καμε πρόσωπο μέ πρόσωπο. Γύρω μας ὁ κάμπος,
ἐρημιά. Δέν εἶχα ὅπλο, μά νά, δέν εἶχα ὅπλο.
Τόν χασάπη τόν στείλανε φρουρό στή σιδηρο­
δρομική γραμμή, δεκαπέντε χιλιόμετρα πιό πέρα.
Μοῦ διηγήθηκε πώς οἱ Γερμανοί εἴχανε τώρα Γάλ-

30
λους γιά νά τούς βοηθᾶνε στίς περιπολίες τους.
Ἄν ἤξερα ποῦ νά βρῶ τόν Ἐμίλ θά πήγαινα νά τόν
συμβουλευτῶ. Λές κι ὁ Ἐμίλ ἐμφανιζότανε πάντα
στή ζωή μου γιά νά μέ προσανατολίζει—ἔτσι τό
κρίνω τώρα. Νά τόν σκοτώσανε ἄραγε; Ταξίδεψα
πολύ. Στήν Τουλούζ, στή Μασαλία. Εἶχα τόν κρυφό
πόθο νά ξαναδῶ τόν Ἐμίλ. Δέ θά ξεπρόβαλε σέ
κάποιο σταθμό, σέ κάποιο ἔρημο δρόμο; Πουθενά ὁ
Ἐμίλ.
Κι ἡ Ὑβόν μέ τά γαλανά της μάτια... Βρίσκεται
σ' ἕνα στρατόπεδο... ὑποφερτά, τελοσπάντων, ὑπο­
φερτά... Δεκέμβρης. Σέ λίγο, Χριστούγεννα. Τά
παιδιά τῆς Ροζέτ θἄχουνε ἄραγε χριστουγεννιάτικο
δέντρο στοῦ παποῦ; Πόσο νἆναι τώρα; Τό ἀγόρι
πρέπει νάναι δέκα χρονῶ... Ἡ μικρή, γιά νά δοῦμε, ἡ
μικρή γεννήθηκε ὅταν...
Αὐτός ὁ χειμώνας καταντάει ἀνυπόφορος. Δέν
ἀκούω πιά ραδιόφωνο. Τά ἴδια καί τά ἴδια, σχεδόν
καμιά μεταβολή. Τόν περασμένο χρόνο, πρίν τρεῖς
μῆνες, περίμενα τήν ἀπόβαση. Θά γίνει κάποια μέρα
μιά ἀπόβαση. Μά δέ μοῦ φαίνεται πιά πώς αὐτοῦ εἶναι
ἡ οὐσία Μήπως ὁ σύγαμπρος, ἡ Ὑβόν ἤ ἡ Ροζέτ
καθήσανε νά περιμένουν τήν ἀπόβαση; Πρέπει κανείς
νά πάρει μέρος σ' αὐτά πού γίνονται. Δέν μπορεῖς ν'
ἀφήσεις τήν κατάσταση νά τραβάει ἔτσι δίχως ν'
ἀνακατωθεῖς. Ὅπλα, χρειάζονται ὅπλα. Ἐκείνη τή
μέρα, στήν ἐξοχή, σάν εἶδα νἄρχεται ὁ ἄνθρωπος τοῦ
κίτρινου σπιτιοῦ... Ἄ ὅπλα... ὅπλα...
Κάθε πρωΐ μοῦ φέρνουνε τή ντόπια ἐφημερίδα καί
τή βάζουν πίσω ἀπ' τήν πόρτα, δηλαδή ἀνάμεσα στό
τελάρ μέ τό συρμάτινο διχτυωτό, πού χρησιμεύει γιά
νά μᾶς προφυλάει ἀπ' τίς μύγες, καί στήν καθαυτό
πόρτα πού εἶναι κλειδωμένη. Τήν παίρνει ἡ σπιτο­
νοικοκυρά μου καί μοῦ τή φέρνει μαζί μέ τό πρωϊνό

31
κολατσιό. Τώρα τελευταῖα τό σχῆμα τῆς ἐφημερίδας
ἔγινε πολύ μικρό, βγαίνει τρεῖς φορές τή βδομάδα,
καί τότε πού εἴχανε γίνει ὅλες ἐκεῖνες οἱ ἱστορίες στή
Γκρενόμπλ, πολλές φορές δέν τή λάβαινα καθόλου.
Σκοτώσανε δυό δημοσιογράφους ἐκεῖ κάτω. Καθώς
δέν ἀκούω πιά ραδιόφωνο, δηλαδή ὄχι ταχτικά,
βρίσκω κάποιο ἐνδιαφέρον νά διαβάζω τό πρωΐ αὐτό
τό ἀπίθανο φύλλο μέ τίς ψευτιές τοῦ Βισύ.
Καθώς πίνω τόν καφέ μου, τό ἐθνικό ρεβυθόζουμο,
πέφτει στά μάτια μου μιά ἀνακοίνωση. Πάλι τά ἴδια,
πού νά πάρει νά πάρει... Εἶναι μιά ἀνακοίνωση τοῦ
γερμανοῦ στρατιωτικοῦ διοικητῆ τῆς Νότιας Γαλλί­
ας... ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΙΣ... Τρεῖς ἐκτελέσεις... Ἔνοπλη
ἐπίθεση κατά τῆς Βέρμαχτ πού προξένησε ἀπώλειες
στή Βέρμαχτ... Γυμνάζανε ἀντάρτες στό χειρισμό τῶν
ὅπλων κατά τῆς Βέρμαχτ... κι ὅταν ἡ Βέρμαχτ τούς
περικύκλωσε, ἀντισταθήκανε στή Βέρμαχτ. Τρεῖς
τρομοκράτες ὅπως λέγανε αὐτοί οἱ κύριοι τῆς Βέρ­
μαχτ. Τρεῖς τρομοκράτες πού ἀναφέρναν τά ὀνόματά
τους. Ὁ ἕνας εἴταν φοιτητής, μ' ἕνα ὄνομα πού
ἔλαμπε σάν ἥλιος, ὁ δεύτερος ἐπίσης φοιτητής, ὁ
τρίτος τεχνίτης μεταλλουργός... Ἐμίλ Ντορέν... ἐκ
Παρισίων...
Ἐμίλ... Ἐμίλ Ντορέν... ἐκ Παρισίων...
Ὅπλα... ὅπλα... ἄς μοῦ δώσουνε ὅπλα. Εἴμουνα
ὑπολογαχός, Θεέ μου, τοῦ Γαλλικοῦ στρατοῦ. Κι ἐγώ
εἶμαι σέ θέση νά γυμνάσω ἀντάρτες στό χειρισμό τῶν
ὅπλων. Κατά τῆς Βέρμαχτ. Κατά τῆς Βέρμαχτ. Ὁ
γιατρός ἐδῶ, βρίσκεται σ' ἐπαφή μέ τούς ἀντάρτες
πού ξαναγυρίσανε τώρα τελευταῖα κι ἔχουνε στήσει
τό λημέρι τους, καθώς μαθαίνω, πέντε χιλιόμετρα ἔξω
ἀπ' τό χωριό. Αὐτός θά μπορέσει νά μοῦ πεῖ...
Ἐμίλ... Ἐμίλ... Ἀπώλειες στή Βέρμαχτ... καί σ'
αὐτούς τούς αναθεματισμένους τούς συνεργάτες της...

32
Εἶμαι ὁ ὑπολοχαγός Βαντερμέλεν, ὄχι αὐτός ὁ νερό­
βραστος Ζάκ Ντενί, ὄχι ἐκεῖνος ὁ ἐγωιστής Ζυλέπ.
Ἐμίλ... Ὁ ὑπολογαχός Βαντερμέλεν δέν ἐνδιαφέρε­
ται σέ ποιό κόμμα ἀνήκουν οἱ ἀντάρτες πού θά πάει
ν' ἀνταμώσει αὔριο ἤ μεθαύριο στό βουνό, πού σέ
λίγο θά τό σκεπάσουνε τά χιόνια.
Ἀγαπημένε μου Ἐμίλ... Ὄχι αὔριο ἤ μεθαύριο.
Σήμερα κιόλας. Τώρα σ' ἀντάμωσα μιά γιά πάντα
Ἐμίλ.
Ὁ ὑπολοχαγός Πιέρ Βαντερμέλεν σήμερα ξαν­
αρχίζει τή ζωή του. Δέ μπορεῖς νά προδώσεις τούς
συντρόφους...
Κι ὅταν πέφτει ἕνας, πρέπει δέκα ἄλλοι νά
σηκωθοῦν στό πόδι.

33
ΟΙ ΚΑΛΟΙ ΓΕΙΤΟΝΟΙ
ΟΛΑ ΓΙΝΑΝΕ ὅπως στόν κινηματογράφο. Μπή­
κανε φουριαστά ὅλοι μαζί σπρώχνοντάς με πρός τά
μέσα. Μόνο πού στό σπίτι μου δέν ὑπάρχει περιστρο­
φική πόρτα κι ὀχτώ ἄνθρωποι μαζεμένοι στό διαμέ­
ρισμά μας πέφτει κομμάτι στενάχωρα. Καί καλοκαίρι
κιόλας. Ἑτοιμαζόμασταν νά καθήσουμε στό τραπέ­
ζι—τρῶμε νωρίς τό βράδι, μέ τό φῶς τῆς μέρας, γιά νά
κάνουμε οἰκονομία στό ἠλεχτρικό—καί ἡ Πωλίν μοῦ
φώναξε ἀπ' τήν κουζίνα νά τούς διώξω γιατί θά
κρύωνε τό φαγητό. Αὐτό τούς ἔκανε νά γελάσουνε
εἰρωνικά μέ τήν καρδιά τους. Ἡ Πωλίν ἔφτασε μέ τή
σοῦπα, κι ἀπ' τό ξάφνιασμά της λίγο ἔλειψε νά τῆς
ξεφύγει ἡ σουπιέρα ἀπ' τά χέρια. Τό διαμέρισμά μας
δέν εἶναι μεγάλο, οὔτε μέ πολυτέλεια ἐπιπλωμένο, μά
τ' ἀγαπᾶμε τά πράματά μας, τἄχουμε ἀπ' τά νιάτα μας
καί μᾶς λέν ἕνα σωρό ἱστορίες. Μέ δυό λόγια, ἔχουμε
περισσότερες ἀναμνήσεις παρά ἔπιπλα.
Ὅλοι-ὅλοι ὀχτώ. Ἀρχηγός τους εἴταν ὁ χοντρός,
αὐτός πού ἔσπρωχνε πίσω τό καφετί του μπορσαλίνο
γιά νά ξύνει μέ πιό ἄνεση τά μηνίγγια του. Εἴτανε κι
ἕνας πολύ ἀδύνατος μέ μακριά χέρια, ἴδιες τσιμπίδες
ἀστακοῦ, πού ἁπλώνονταν παντοῦ σά νά θέλανε νά τ'
ἁρπάξουν ὅλα. Οἱ ἄλλοι... Εἴταν ὅπως στόν κινημα­
τογράφο, ὄχι πολύ ζόρικοι. Ὥσπου νά πεῖς δυό,

35
κάνανε τό σπίτι ἄνω-κάτω, ὅσο ἐγώ ἐξηγιόμουνα μέ
τόν χοντρό καί διαμαρτυρόμουνα, λέγοντας πώς
πρέπει νά μοῦ παρουσιάσουνε κάποιο χαρτί, κάποια
διαταγή, τί διάβολο! Κι αὐτό τούς ἔκανε νά γελάσου­
νε μέ τήν καρδιά τους. Φαίνεται πώς αὐτά πιά δέν
ἔχουν πέραση στό σημερινό καιρό. Ἡ Πωλίν ἔβαλε
στήν ἀρχή τίς φωνές γιά τό σκέπασμα τοῦ κρεβατιοῦ.
Τὄχανε πετάξει μέ τήν πρώτη. Εἶναι ἀπίστευτος ὁ
τρόπος πού σοῦ τσαλακώνουν ἕνα σεντόνι καί τό
πετᾶνε σά νἄτανε κανένα βρώμικο μαντήλι. Ἕνας
τους βρισκότανε χωμένος κιόλας μέσα στό μπουφέ,
ἕνας ἄλλος μέσα στή ντουλάπα τῆς κρεβατοκάμαρας,
χαρτιά σκορπίζανε στόν ἀέρα, ἕνα κουτί καρφίτσες
ἀναποδογυρισμένο χάμω, κοιτάζανε κάτω ἀπ' τίς
καρέκλες, μπήγανε μεγάλες σακοράφες μέσα στό
καπιτονάρισμα. Δυό-τρεῖς τους δέν κάνανε τίποτα,
μόνο πού πιάνανε τή θέση. Καί πρόστυχοι κοντά στ'
ἄλλα. Ὅταν ὁ ἀχαμνούλης εἶπε τήν Πωλίν χοντρο­
μπαλοῦ, ξέσπασα: «Ἄ, μά παρακαλῶ, παρακαλῶ». Κι
αὐτό τούς ἔκανε νά βάλουνε τά γέλια. Στό σύνολο
εἴτανε κεφάτοι. Αὐτός πού μ' ἔψαχνε—γιατί ἕνας
τους βάλθηκε νά μέ ψάχνει—τίναξε τό πορτοφόλι μου
καί πέσανε ἀπό μέσα μερικά ἄχρηστα χαρτάκια, πού
ἀπό τεμπελιά δέν τἄχα πετάξει στό καλάθι, ἕνα δελτίο
γιά σαπούνι, μέ ρωτοῦσε γιά ὅλα, ἤθελε σώνει καί
καλά νἄχουνε τά κλειδιά μου κι ἄλλον προορισμό,
πού ἐγώ, φυσικά, τόν ἀγνοοῦσα. Ὁ χοντρός ἔκανε
κατοχή τῆς θήκης γιά τά γράμματα—εἴτανε στολι­
σμένη μέ κοχλύδια καί τήν εἴχαμε ἀγοράσει στό
Τρεπόρ—διάβαζε τούς λογαριασμούς τῆς πλύστρας,
τά γράμματα τοῦ Ἀλφρέντ, κι ἐννοοῦσε νά τοῦ πῶ
ποιοί εἴταν ὅλοι αὐτοί πάνω στίς φωτογραφίες.
Σ' ἕνα σύμπλεγμα πού εἴχαμε πάρει στό Μεντόν,
τρία χρόνια πρίν ἀπ' τόν πόλεμο, στάθηκε ἀδύνατο

36
νά βάλει ὁ νοῦς μου ποιός εἴταν αὐτός πού στεκότανε
πίσω ἀπό τόν ἐξάδελφό μου τόν Μωρίς: ἕνας κρεμα-
νταλάς μέ μιά ἐλιά στό μάγουλο, φίλος τῶν Πισερέλ,
ἄν δέν κάνω λάθος, μά δέν ἤξερα τίποτα περισσότερο
γι' αὐτόν. Τοῦ φάνηκε ὕποπτο τοῦ χοντροῦ κι ἄρχισε
νά σταυρώνει τήν Πωλίν μ' αὐτή τήν ἱστορία. Γιά νά
μᾶς μπλέξει.
Ἡ Πωλίν, ὅπως πάντα, διαφώνησε μαζί μου.
— Φίλος τῶν Πισαρέλ; Πῶς σοῦ κατέβηκε; Εἶναι
ὁ ἐρωμένος τῆς κ. Ζανώ, τῆς κορσεδοῦς...
Εἶχα τήν ἄστοχη ἰδέα νά πῶ πώς ὁ φίλος τῆς
κ. Ζανώ εἴταν ξανθός ἐνῶ αὐτός ἐδῶ εἴταν μελαχρι­
νός... Ὁ χοντρός ἔδειχνε ἐνδιαφέρον γιά τή λογομα­
χία μας:
— Τελειώνετε. Περιμένω πότε θά συμφωνήσετε.
Ἔγινα ἔξω φρενῶν. Τί τόν ενδιέφερε ἄν εἴταν ὁ
φίλος τῆς Ζανώ ἤ δέν ξέρω ποιός...
— Βοῦλωσ' το, μοῦ λέει, αὐτό εἶναι δική μου
δουλειά.
Καί δός του καί παίδευε τό μπορσαλίνο του.
Στό τέλος δέν κρατήθηκα καί τοῦ εἶπα:
—Ὅταν βρίσκεται κανείς μέσα σέ σπίτι, βγάζει
τό καπέλλο του. Φτάνει πού μᾶς κάνατε τό σπίτι ἄνω-
κάτω.
Ἡ Πωλίν φώναζε. Τῆς ξεδιπλώνανε τίς μαξιλαρο­
θῆκες, θά πρέπει νά τίς δώσει νά τίς ξαναπλύνουν,
ὕ σ τ ε ρ ' ἀπ' τά βρωμόχερά τους... Ὁ ἀχαμνούλης εἶπε
σφυριχτά μέ ὕφος ἀπειλητικό:
—Ἐσύ, χοντρομπαλοῦ, (μιά χειρονομία διαμαρ­
τυρίας μου πῆγε στά χαμένα) κοίτα νά μιλᾶς πιό
εὐγενικά!
Αὐτό πιά εἴταν τό ἄκρο ἄωτο!
Ἕνας τους, ἕνας κοντόχοντρος μέ κοκκινωπό
μουστάκι, πρέπει νἆχε κάποιο βίτσιο: τό μόνο πού

37
τόν ἀπασχολοῦσε εἴταν ἡ ραφτομηχανή—καί πῶς!
Εἶχε ἀνοίξει τό συρταράκι, σκόρπισε χάμω ὅλο του
τό περιεχόμενο, ἄδειασε τίς βαρκοῦλες, ξετύλιξε τήν
κλωστή ἀπ' τήν κουβαρίστρα, τό μετάξι ἀπ' ὅλα τά
μπομπινάκια, ἐξέτασε μέ μιά περιέργεια πού δέ
λέγεται τό κάθε σιδεράκι, τό κάθε πραματάκι πού
χρησιμεύει γιά νά κάνουνε πλισέδες καί δέν ξέρω τί
ἄλλο, ὅλ' αὐτά τά μπιχλιμπίδια πού εἶναι γιά τήν
Πωλίν ὅ,τι πολυτιμότερο ὑπάρχει μές στό σπίτι. Κι
ὕστερα τά πετοῦσε πάνω ἀπ' τόν ὦμο μου. Πέφτανε
ὅπου λάχαινε. Τσακώθηκε μάλιστα μαζί του ἕνας
συνάδελφός του πού τοῦ ἦρθε ἕνα τέτοιο μπιχλιμπίδι
στό λαιμό. Τότε τούς λέω:
— Μά κύριοι, κύριοι!
Τούτη τή φορά δέ γελάσανε, πέσαν πάνω μου κι οἱ
δυό κι ἀρχίσανε νά μέ ρωτᾶνε τή γνώμη μου γιά τήν
κυβέρνηση.
Ἐγώ δέ μποροῦσα νά τούς ἀπαντήσω ἀπ' τά
ξεφωνητά τῆς Πωλίν πού τἄχε βάλει μ' ἕνα μαντρά­
χαλο προσπαθώντας νά τοῦ πάρει τή φωτογραφία μας
μέ τήν ἀσημένια κορνίζα, τότε πού εἴμασταν γαμπρός
καί νύφη. Ὅταν τά κουταλάκια πετάχτηκαν ἔξω ἀπ'
τό συρτάρι τοῦ μπουφέ, πάλι μοῦ σκεπάσανε τή φωνή
μου. Ἐπιτέλους τούς ἔδειξα τό πορτραῖτο τοῦ Στρα­
τάρχη, στήν τιμητική θ έ σ η , πάνω ἀπό τό τζάκι,
ἐκεῖνο πού παρασταίνει νά χαϊδεύει ἕνα σκυλί (τό
οἰκογενειακό πορτραῖτο, ὅπως λέει ὁ Ἀλφρέντ)
ὅμως αὐτό δέν τούς μαλάκωσε οὔτε τόσο δά. Ὁ
χοντρός κουτσογέλασε καί δήλωσε μέ ὕφος ἀποφθεγ­
ματικό:
— Δέν περνοῦν σ' ἐμᾶς αὐτά, παληκάρι μου.
Ὅλ' οἱ προκομένοι τὄχουνε κρεμασμένο αὐτό τό
κάντρο.
Κι οἱ ἄλλοι κουνήσανε τό κεφάλι τους συμφωνών-

38
τας. Φαινότανε πώς ξέρανε κι ἀπ' ἀλλοῦ.
— Μά γιά τί πράμα μᾶς κατηγοροῦν; κλαψιάριζε
ἡ Πωλίν.
Ὁ χοντρός τήν κοίταξε μ' ἕνα ὕφος πού σ' ἔκανε
ν ' ἀνατριχιάσεις:
— Δέ σᾶς κατηγοροῦν κυρία μου, σᾶς ὑποψιάζον­
ται. Κι αὐτό εἶναι χειρότερο.
Καί πραγματικά, πρέπει νἄτανε χειρότερο. Ὁ
ἀχαμνούλης μάλαζε τό κεντημένο μαξιλάρι πού μᾶς
εἶχε φτιάξει ἡ κουνιάδα μου ὅταν τυφλώθηκε. Ἔβαλε
μιά φωνή γεμάτη ἱκανοποίηση:
— Τί σᾶς ἔλεγα!
Δέν ξέρω τί τούς ἔλεγε, ὅμως ξέρω πώς βάλθηκε
νά σκίζει τό μαξιλάρι καί νά σκορπάει τά πούπουλα,
πού πεταρίζανε ὁλόγυρά του. Ὕστερα βεβαίωνε πώς
εἶχε νιώσει κάτι σκληρό μέσα στό μαξιλάρι. Ἴσως νά
τὄχε νιώσει, μά δέ βρῆκε τίποτα. Ἡ Πωλίν οὔρλιαζε
ἀπ' τό κακό της. Ὁ ἀχαμνούλης εἶχε τό θράσος νά
βάλει τήν ἀστακίσια του τσιμπίδα πάνω στό στόμα
της—καί τό τί ἄκουσα ὅταν διαμαρτυρήθηκα! Σημει­
ῶστε πώς εἶμαι ἑξῆντα δυό χρονών, πώς ξέρω νά
φέρνομαι καί πώς σέβομαι τή δικαιοσύνη τῆς πατρί­
δας μου, μά τελοσπάντων, ὅταν βάζουνε χέρι πάνω σέ
κυρίες...
— Μήν ἱδροκοπᾶς, μέ συμβούλεψε ὁ κοκκινοτρί-
χης.
Δυό ἀστυνομικοί εἴχανε καθήσει στό τραπέζι καί
τρώγανε τή σούπα. Εἴχανε γεμίσει καί τά ποτήρια
τους κρασί. Τσουγκρίζανε. Καθώς ἔκανα τήν παρα­
τήρηση στό χοντρό, μοῦ λέει:
— Μήν πασχίζεις νά γυρίσεις ἀλλοῦ τό ζήτημα.
Θά δυσκολευόμουνα πολύ σ' αὐτό. Ποιό ζήτημα;
Ἔσπαζα τό κεφάλι μου νά βρῶ σέ τί χρωστοῦσα αὐτή
τήν ἐπίσκεψη. Σίγουρα κάποιο ἀνώνυμο γράμμα. Οἱ

39
ἄνθρωποι εἶναι τόσο μοχθηροί ἐτοῦτο τόν καιρό...
Μά ἐπιτέλους τί μποροῦσε νά λέει αὐτό τό ἀνώνυμο
γράμμα;
Ἡ Πωλίν ἔκανε νά καθήσει πάνω στό πούφ. Μά ὁ
ἀχαμνούλης ὑποψιάστηκε μεμιᾶς, τἄβαλε μέ τό πούφ,
τό τράβηξε κάτω ἀπ' τήν Πωλίν, ἀποσποῦσε τίς
φράντζες, ψαχούλευε τά βάθια του. Ἕνας ἄλλος τήν
ἐμπόδισε ν' ἀνοίξει τό παράθυρο, μ' ὅλη τή ζέστη
πού ἔκανε. Φαίνεται μήν τύχει καί βάλει τίς φωνές καί
σηκώσει τή γειτονιά στό πόδι...
— Θά μοῦ πεῖτε ἐπιτέλους, κύριοι, σέ τί ὀφείλω
τήν τιμή;...
— Τήν τιμή, τήν τιμή—κοροϊδεύεις κιόλας;
Θέλησα νά παραδεχτῶ μ' ὅλη τήν καλή διάθεση
πώς τἄχα κάπως παραπεῖ: ἡ ἐπίσκεψη αὐτῶν τῶν
κυρίων δέν εἴτανε, νά ποῦμε, μιά τιμή γιά μένα,...
ἀλλά...
—Ἀλλά τί; εἶπε ὁ χοντρός πέφτοντας στή μεγάλη
μου πολυθρόνα, τήν κόκκινη καί καφετιά, σά νά τόν
εἶχαν ἐξαντλήσει ὅλ' αὐτά. Μέ νευριάζεις ἐπιτέλους
μέ τίς ὑποκριτικές ἐκφράσεις σου, τά ἄν, τά πώς, τά
ἀλλά σου! Δέ μοῦ λές, μήπως ἐσύ θά μ' ἀνακρίνεις, ἔ;
Ὁ κόσμος γύρισε τ' ἀνάποδα, Πφέφερ.
Ὁ ἀχαμνούλης γύρισε τό κεφάλι του. Εἴταν
ἀπασχολημένος νά λύνει τό ρολόϊ, τό ὄμορφο ρολόϊ
μου πάνω στό μάρμαρο τοῦ τζακιοῦ, μέ τό φανερό
μηχανισμό πίσω ἀπ' τό γυαλί, πού τό κούρντισμά του
κρατοῦσε ἑκατό μέρες... Θά πρέπει νά τό πάω στό
ρολογᾶ νά τό ξαναφτιάξει...
— Τί εἴπατε ἀρχηγέ; ρώτησε.
Ὁ ἄλλος ἀναστέναξε.
— Πφέφερ, ἐγώ πρόκειται ν' ἀνακρίνω τόν κύριο
ἀπό δῶ ἤ ὁ κύριος ἐμένα; Τί λές κι ἐσύ Πφέφερ;
Ὁ Πφέφερ ἀνασήκωσε τά φρύδια του σά νἄθελε νά

40
δείξει πώς βρισκότανε σέ μεγάλη ἀμηχανία:
— Χμ, κι ἐγώ ἀναρωτιέμαι...
—Ἔ, ἀρκετά βάσταξε αὐτη ἡ δουλειά!... Ποῦ ἔχεις
κρυμένο τό ὑλικό, λέγε μας ποῦ ἔχεις κρυμένο τό
ὑλικό, λέγε δίχως νά χασομερᾶς!
— Ποιό ὑλικό;
Ὁρκίζομαι πώς δέν εἶχα τήν παραμικρή ἰδέα ποιό
ὑλικό ἐννοοῦσε, αὐτός ὅμως τό πῆρε πώς ἔκανα τόν
κουτό καί μοῦ τἄψαλε ἀπ' τήν καλή. Πάνω σ' αὐτό,
ἄλλαξε ταχτική καί μέ ρώτησε ἀπότομα:
— Ποιά εἶν' ἡ γνώμη σου γιά τήν πολιτική τοῦ
πρωθυπουργοῦ Λαβάλ;
Ποιά εἶν' ἡ γνώμη μου γιά τήν πολιτική...
Φαίνεται πώς ἔπρεπε ν' ἀπαντήσω ἀμέσως, δίχως νά
καθήσω νά συλλογιστῶ, γιατί τό νά καθήσω νά
συλλογιστῶ εἴτανε ἀπόδειξη πώς... τουλάχιστον μοῦ
χρειαζότανε κρέμασμα.
—Ἄ, συγνώμη, εἶπα, ἐσεῖς τό λέτε αὐτό...
Ἀνασήκωσε τούς ὤμους του:
— Δέν ἔχει κἄν τό θάρρος τῆς γνώμης του...
Δοκίμασα νά τοῦ ἐξηγήσω πώς ἡ ἐρώτησή του μέ
βρήκε ἀπροετοίμαστο. Κανένας δέ μ' εἶχε ρωτήσει
ὥς τώρα...
— Αὐτό δείχνει μέ τί λογῆς κόσμο σχετίζεσαι!
εἶπε θριαμβευτικά ὁ ἄνθρωπος μέ τό μπορσαλίνο.
Ὁ ἀχαμνούλης ἐπιδοκίμασε βγάζοντας ἕναν ἦχο
πού ἀκούστηκε ἔτσι πάνω - κάτω:
— Χοῦμπερ.
Χαμένος κόπος νά προσπαθήσω νά δικαιολογηθῶ.
Ἤθελα νά πῶ πώς δέν εἶχα καμιά γνώμη γιά τήν
πολιτική τοῦ πρωθυπουργοῦ Λαβάλ, οὔτε γιά τήν
πολιτική ὁποιουδήποτε ἄλλου πρωθυπουργοῦ. Ὑ­
πάρχουν ἄνθρωποι πού ἀσχολοῦνται μ' αὐτά, ἐγώ
ὅμως ὄχι. Ὅταν ἀναθέτουν σέ κάποιον τήν κυβέρνη-

41
σ η , θά ὑπάρχουν βέβαια λόγοι γι' αὐτό. Κι ὅπως ἐγώ
δέν τούς βλέπω αὐτούς τούς λόγους, πῶς θέλετε νά
κρίνω τήν πολιτική του; Ἄν ἀκολουθεῖ αὐτή τήν
πολιτική, θά πεῖς πώς ἀσφαλῶς γι' αὐτό τό λόγο τόν
βάλανε αὐτοῦ πού εἶναι... ὥστε... Δέ μπόρεσα, βέβαια,
νά τά ἐξηγήσω ὅλ' αὐτά στό χοντρό, πού δέ μ'
ἄκουγε ἄλλωστε, καί πού λες καί μοῦ ἔκανε ἐρωτή­
σεις μόνο καί μόνο γιά νἄχει τήν εὐχαρίστηση ν'
ἀκούει τόν ἑαυτό του νά τίς προφέρει.
Ὅλα τά ροῦχα τῆς Πωλίν, καθώς καί τά δικά μου,
κοίτονταν χάμω. Ὁ κοντόχοντρος μέ τό κοκκινωπό
μουστάκι εἴταν ἀνεβασμένος σέ μιά καρέκλα κι
ἔψαχνε μέσα στά κουτιά πού εἴταν πάνω ἀπ' τήν
ντουλάπα, κι ἀπ' ὅπου ἔβγαιναν παλιά ψεύτικα
λουλούδια, μιά μαύρη ποδιά πού φοροῦσε ὁ Ἀλφ­
ρέντ στό νηπιαγωγεῖο, κάθε λογῆς κουρέλια... Ἡ
κάμαρα εἶχε ὡραῖα χάλια. Οἱ δυό πεινασμένοι στραγ­
γίζανε τή σουπιέρα κι ὁ ἕνας τους φώναξε:
— Τί ἄλλο φαΐ ἔχουμε;
Ὅλοι τους βάλανε τά γέλια. Ὅταν καταλαγιάσανε
κάπως, ὁ χοντρός κατέβασε τό μπορσαλίνο του ὥς τά
φρύδια:
— Φαίνεται πώς ἀκοῦτε τίς ξένες ἐκπομπές, ε;
Νά, τί ἔλεγα; Κάποιο ἀνώνυμο γράμμα, δέ μπο­
ροῦσε νἄναι τίποτ' ἄλλο.
— Μά ἐγώ, εἶπα μ' ὅλη μου τήν ἀθωότητα, δέν
ἀκούω κἄν τόν Ἐθνικό Σταθμό.
—Ἄ, ὥστε δέν ἀκοῦτε τόν Ἐθνικό Σταθμό;
Πφέφερ, σημείωσε πώς ὁ κύριος ἀπό δῶ ἔχει τό
θράσος νά καυχιέται πώς δέν ἀκούει στό ραδιόφωνο
τόν Ἐθνικό Σταθμό.
— Μά...
— Δέν ἔχει μά καί ξεμά. Καί γιατί δέν ἀκοῦτε τόν
Ἐθνικό Σταθμό κι ἀκοῦτε τούς ξένους σταθμούς;

42
Βρίσκετε πώς ἔχουν περισσότερο ἐνδιαφέρον; Ἴσως
πώς εἶναι καλύτερα πληροφορημένοι;... Τί θράσος!
— Μέ τί θέλετε ν' ἀκούσω τόν Ἐθνικό Σταθμό;
κατάφερα νά πῶ.
— Μέ τί; Ἄ, μήν κάνεις τόν κουτό, ἄνθρωπέ μου.
Μέ τί; Ὄχι βέβαια μέ τόν πισινό μου... Μέ τό
ραδιόφωνό σου...
— Μά δέν ἔχω πισινό...
Μοῦ ξέφυγε, καταλαβαίνετε, μέσα στήν βράση
μου. Ἤθελα νά πῶ, δέν ἔχω ραδιόφωνο. Τόν πῆρε ὁ
θυμός.
— Δε μοῦ λες, γεροντάκο μου, θέλεις να κάνεις
πνεῦμα; Ἄν ἔπαιρνα τά λόγια σου τοῖς μετρητοῖς καί
κοίταζα λιγάκι ἄν ἔχεις πισινό ἤ ὄχι;
Ἔγινα κατακκόκινος, δικαιολογήθηκα ὅσο καλύ­
τερα μποροῦσα. Μέ στριμώχνανε οἱ κύριοι, δέν ἤξερα
πιά τί ἔλεγα, θέλησα νά πῶ πώς δέν εἶχα ραδιόφωνο,
πῶς θέλανε λοιπόν ν' ἀκούω τήν ἐθνική ἐκπομπή;
— Φυσικά... Ἄν δέν ἔχεις ραδιόφωνο... Μά μένει
νά δοῦμε ἄν δέν ἔχεις ραδιόφωνο... καί πῶς, ἄν δέν
ἔχεις ραδιόφωνο, ἀκοῦς τότε τούς ξένους σταθμούς;
— Μά ἴσα - ἴσα, σᾶς ρωτώ...
— Μέ ρωτᾶς. Πφέφερ, μέ ρωτᾶ. Ὁ κόσμος
γύρισε τ' ἀνάποδα. Ποιός ρωτάει τόν ἄλλο; Πρόσεχε
πῶς μιλᾶς. Λοιπόν, πῶς παίρνεις τούς ξένους σταθ­
μούς;
— Μά δέν τούς παίρνω.
Ὁ χοντρός σιγοσφύριζε.
—Ἔτσι, ἔ;, Πρῶτον, ἔκανες πολλή ὥρα ὥσπου νά
τό βρεῖς... Δέν τούς παίρνεις... Ὅλοι τους εἶναι τό
ἴδιο. Θά μποροῦσες νἄχεις κάπως περισσότερη φαν­
τασία...
— Μά δέν ἔχω ἀνάγκη ἀπό φαντασία...
— Πάντα ἔχει κανείς ἀνάγκη ἀπό φαντασία.

43
Προπάντων στή δύσκολη θέση πού βρίσκεσαι...
— Μά σέ ποιά θέση;
— Θά τό καταλάβεις ἐπιτέλους πώς ἐγώ ρωτῶ κι
ὄχι ἐσύ; Πλησίασε κυρά μου...
Αὐτός πού τόν λέγανε Πφέφερ ἔσπρωξε τήν
Πωλίν πλάϊ μου. Οἱ ἄλλοι πού δέ μιλοῦσαν ἐξακο-
λουθούσανε νά στέκονται ἴδια καντηλέρια. Θέλησα
νά πῶ στη γυναίκα μου νά μή στενοχωριέται, πώς
εἴταν κάποια συκοφαντία, κάποιο ἀνώνυμο γράμμα,
μά ὁ Πφέφερ ἔβαλε την ἀστακίσια του τσιμπίδα πάνω
στό στόμα μου κι εἶπε ἀπειλητικά:
—Ἄστ' αὐτά, Περμαθούλα... Δέν ἐπιτρέπονται
κρυφομιλήματα.
Ἐκείνη τή στιγμή, ὁ κοκκινοτρίχης, πού τώρα καί
λίγη ὥρα χαρχάλευε τίς κουρτίνες τοῦ παράθυρου,
γκρέμισε μιά, πού κουτρουβάλησε χάμω σέ κακά
χάλια.
Ὁ χοντρός ξανάρχισε τώρα νά πιλατεύει τήν
Πωλίν γιά τόν Ἐθνικό Σταθμό, γιά τούς ξένους
σταθμούς... Κι ὅπως ἐκείνη ὁρκιζότανε πώς δέν
εἴχαμε ραδιόφωνο, τῆς φώναξε:
— Τό λές γιατί ἄκουσες τόν ἄντρα σου νά τό λέει!
Δοκίμασα νά τούς ἐξηγήσω πώς θἄτανε ἡ πρώτη
φορά πού συμβαίνει κάτι τέτοιο μές στά τριανταπέντε
χρόνια πού εἴμασταν παντρεμένοι, μά κανένας δέν
πρόσεχε τά λόγια μου.
— Μά τό βλέπετε καλά πώς δέν ἔχουμε ραδιό­
φωνο, ἔλεγε ἡ Πωλίν.
Τό μπορσαλίνο ξαναπῆρε τή θέση του πάνω στόν
κόκκινο σβέρκο ἀποκαλύπτοντας τήν ἀρχή μιᾶς
ἱδρωμένης φαλάκρας. Ὁ χοντρός σήκωσε τό δάχτυ­
λό του:
— Λίγη λογική, κυρά μου, λίγη λογική. Πῶς θες
νά βλέπω καλά κάτι πού δέ βλέπω;Ἔτσι εἶναι πάντα

44
μέ τίς γυναῖκες, Πφέφερ... Δυό πράματα δέν πρέπει νά
ζητᾶς ἀπ' τίς γυναῖκες: λογική καί τί ὥρα εἶναι...
— Προπάντων τώρα πού μοῦ σαραβαλιάσατε τό
ρολόϊ.
Εἴταν ἀλήθεια, μά ὡστόσο ἀνατρίχιασα μέ τήν
τόλμη τῆς Πωλίν. Τή θαύμασα. Πᾶνε τριανταπέντε
χρόνια πού ἐγώ τή θαυμάζω κι αὐτή μοῦ ψήνει τό
ψάρι στά χείλια.
— Κυρά μου, πρόσεχε τά λόγια σου. Σαραβαλιά­
σαμε τό ρολόϊ, τό λέει ἔτσι, ἄψε-σβῆσε...
— Κι ἐσεῖς ἄψε-σβῆσε τό καταφέρατε...
— ...Μά πρέπει νά τ' ἀποδείξεις. Ποιός μοῦ λέει
πώς δούλευε αὐτό τό ρολόϊ; Μπορεῖ νἄχατε κρυμένα
ἐκεῖ μέσα τίποτε χαρτάκια μέ συνθήματα...
— Πῶς θέτε νά τά κρύψουμ' ἐκεῖ πέρα, μιά καί
φαίνουνται ὅλα μέσ' ἀπό τό γυαλί;
— Χμ, νά μιά πολύ ἐπιτήδεια παρατήρηση ἀγα­
πητή μου κυρία, πολύ ἐπιτήδεια, καί δέ μᾶς ἔχετε
συνηθίσει σέ παρατηρήσεις τόσο ἀνενδοίαστες.
Ἡ Πωλίν θύμωσε, τό «ἀνενδοίαστες» τό πῆρε γιά
«ἀναιδεῖς», ἀναγκάστηκα νά μπῶ στή μέση, νά πῶ
στήν Πωλίν πώς εἶχε ἄδικο, μ' ὅλο πού, βέβαια,
εἴμασταν ἀθῶοι. Τότε ἡ Πωλίν τἄβαλε μαζί μου.
Τίποτα δέ γινότανε.
—Ἄν ξαναπιάναμε τό ζήτημα τῶν ξένων σταθ­
μῶν; εἶπε ὁ χοντρός. Λέτε λοιπόν, πώς δέν τούς
ἀκοῦτε γιατί δέν ἔχετε ραδιόφωνο;
Ἐγώ τὄβρισκα λογικότατο. Αὐτός ὄχι.
— Λένε: «δέν ἔχω ραδιόφωνο», καί νομίζουνε πώς
ξεμπερδεύουνε μ' αὐτό. Ἀλλά...
Ἔσυρε μαζί του τήν πολυθρόνα κι ἔγειρε μπρός μέ
τά χέρια πάνω στά μεριά του. Πρόσεξα πώς εἶχε μιά
χρυσή ἀλυσιδίτσα γύρω στόν καρπό τοῦ ἀριστεροῦ
χεριοῦ.

45
— Ἀλλά... μπορεῖτε νά μοῦ ἀποδείξετε πώς δέν
ἔχετε ραδιόφωνο;
— Μά κοιτάξτε μόνος σας, ψάχτε...
— Δέν πέφτει σ' ἐμένα νά τ' ἀποδείξω, εἶπε μ'
ἐπισημότητα, ἀλλά σ' ἐσένα καί σ' ἐσένα.
Τό δάχτυλό του ἔδειξε πρῶτα ἐμένα, ἔπειτα τήν
Πωλίν.
— Αὐτό μᾶς ἔλειπε, νά πρέπει ἐγώ ν' ἀποδείξω
πώς δέν ἔχετε ραδιόφωνο! Ξέρω γώ ἄν ἔχετε ραδιό­
φωνο ἤ ὄχι; Θά μοῦ πεῖς πώς δέ βλέπω κανένα
ραδιόφωνο ἐδῶ μέσα. Μά εἶναι λόγος αὐτός; Πρῶτον,
δέν ἔψαξα παντοῦ...
Κι ἔριξε τριγύρω μιά ματιά στό λεηλατημένο
διαμέρισμά μας.
— Οἱ ἄνθρωποί μου, πρόσθεσε χαμογελώντας,
κάνανε μιά πολύ ἐπιπόλαια ἔρευνα... Τίποτα στήν
κουζίνα, Πετιπόν;
Στήν κουζίνα, ὁ Πετιπόν κι ἕνας ἄλλος— οἱ δυό
πεινασμένοι— ψάχνανε μέσα στά συρτάρια.
— Ὄχι, ἀρχηγέ, ἀποκριθήκανε κι οἱ δυό μαζί,
μπουκωμένοι.
Δέν ξέρω τί μπορέσανε νά ξετρυπώσουν, τέτοιες
μέρες πού περνᾶμε, μά ἡ Πωλίν πάντα μοῦ κρύβει
τίποτα τρόφιμα, πού ἀναρωτιέμαι ποῦ πάει καί τά
βρίσκει.
— Λοιπόν, εἶναι καμιά ἀπόδειξη αὐτό; συνέχισε ὁ
χοντρός. Τό ραδιόφωνό σας μπορεῖ νά βρίσκεται
ἀλλοῦ, νά τὄχετε δώσει γιά ἐπιδιόρθωση. Σᾶς εἰδο-
ποιήσανε καί τό φευγατίσατε. Ἄλλωστε δέ βρῆκα νά
σᾶς παραξένεψε καί τόσο ἡ ἐπίσκεψή μας, εἴχατε
προετοιμάσει τίς ἀπαντήσεις σας, τήν ὑπεράσπισή
σας...
— Σᾶς ὁρκίζομαι.
— Μήν ὁρκίζεσαι. Δέν εἶναι ὄμορφο. Πάντα

46
κανείς τό μετανοιώνει. Τελοσπάντων, παραδεχτεῖτε
πώς ἀκοῦτε τούς ξένους σταθμούς γιά νά μή χάνουμε
τόν καιρό μας... κι ἐσεῖς τό δικό σας...
Ἔγινε ξαφνικά γλυκομίλητος καί συνδιαλλακτι­
κός.
—Ἐδῶ πού τά λέμε, δέν εἶναι καί κανένα μεγάλο
ἔγκλημα ν' ἀκοῦτε τούς ξένους σταθμούς... ὅλος ὁ
κόσμος τούς ἀκούει... Τό ξέρουμε... Ἀκόμα κι ἐγώ
πού σᾶς μιλῶ... κι ἔπειτα, εἶναι φυσικό... ἔχουν πιό
ἐνδιαφέρον ἀπό τόν Ἐθνικό Σταθμό... Εἶναι καλύτε­
ρα πληροφορημένοι... πιό καθαροί ἀπό τόν Ἐθνικό
Σταθμό.
Ἐγώ διαμαρτυρήθηκα:
— Ποῦ νά ξέρω, ἀφοῦ δέν ἀκούω τόν Ἐθνικό
Σταθμό.
Σήκωσε τά χέρια του ψηλά:
— Γιατί καμώνεστε τόν ἀνήξερο μιά κι εἴμαστε
ἀναμεταξύ μας; Κι ἔπειτα, αὐτός ὁ πόλεμος τραβάει
πολύ σέ μάκρος, βαρυέται κανείς, τό καταλαβαίνω.
Κι ἔτσι, τυχαίνει καμιά φορά, ἐκεῖ πού κάθεσαι στό
ραδιόφωνό σου...
— Μά ἀφοῦ δέν ἔχω ραδιόφωνο!
— Μή μέ κόβεις ὅλη τήν ὥρα, δέν εἶναι καθωσ­
πρέπει. Καμιά φορά, ἐκεῖ πού κάθεσαι στό ραδιόφωνο
γυρίζεις τό κουμπί, πέφτεις σέ παράσιτα, θές νά τ'
ἀποφύγεις, δέν ἀκοῦς καθαρά, θές ν' ἀκούσεις καλύ­
τερα... Ἄ, ὄχι μέ κακή πρόθεση, ἔτσι, γιά παιχνίδι,
γιά νά περάσεις τήν ὥρα σου... Δέ θά πεῖ πώς εἶσαι
συνωμότης γιατί ἀκοῦς τούς ξένους σταθμούς... Τότε
θἄπρεπε νά πιστέψουμε πώς συνωμοτεῖ ὁλόκληρ' ἡ
Γαλλία... Μά νά πεῖς, εἶναι κι αὐτό λιγάκι ἀλήθεια...
Ὡστόσο δέν εἶναι δά καί τόσο σοβαρό... ἀκοῦς
λιγάκι... κρυφομιλᾶς λιγάκι... ψί-ψί ἀπό δῶ, ψι-ψί
ἀπό κεῖ... Ὄχι μέ κακή πρόθεση... Ὥστε, ὁμολογεῖς;

47
Καί ὅπως ἔγνεφα ὄχι μέ τό κεφάλι, ἄλλαξε τό ὕφος
του, ἔγινε ἀπειλητικό:
— Ἀ ρ ν ι έ σ α ι νά παραδεχτεῖς τά γεγονότα; Πάει
καλά. Ἡ ὑπόθεση θά τραβήξει τό δρόμο της.
Ὕστερ' ἀπό τό διφορούμενο τρόπο πού μίλησες γιά
τόν πρωθυπουργό Λαβάλ...
—Ἄ, ἐπίτρεψέ μου...
— Δέν ἐπιτρέπω τίποτα! Ἔχουμε παραεπιτρέψει!
Γιά τοῦτο φτάσαμε στό σημείο πού βρισκόμαστε.
Ὅταν λές κακό γιά τόν πρωθυπουργό Λαβάλ, εἶν'
ἕνα «τέστ». Ἴσως δέν ξέρεις τί θά πεῖ τέστ! Πφέφερ,
δέν ξέρει τί θά πεῖ τέστ.
Ἔκανε μιά χειρονομία κουρασμένη, βαριεστιμένη.
Καί νἄξερα τί σημαίνει τέστ, δέ θά μοῦ ἔδινε τόν
καιρό νά τοῦ τό ἐξηγήσω. Τώρα μιλοῦσε γιά νά τόν
ἀκούει ὁ Πφέφερ:
— Νά ξέρεις, Πφέφερ, ὅταν θά πολυκαιρίσεις
στήν ὑπηρεσία ὅπως ἐγώ, θά νιώθεις κάποιες φορές
μιά κούραση βάζοντας στό νοῦ σου τούς ἀνθρώπους
πού εἴμαστε ἀναγκασμένοι νά σχετιζόμαστε, νά
ἐρχόμαστε σ' ἐπαφή μαζί τους πάνω στή δουλειά.
Ἀπό διανοητική ἄποψη, θέλω νά πῶ. Πα - πα - πα!
Ἕνας κόσμος πολύ ἀνάκατος. Πρέπει ὅλη τήν ὥρα
νά προσπαθεῖς νά βρίσκεσαι στό ἐπίπεδό τους, νά
προσέχεις τά λόγια σου, νά διαλέγεις τίς ἐκφράσεις
σου. Πῶς θές νά πᾶνε καλά τά πράματα; Καί μέ μιά
γλώσσα πού εἶναι πρότυπο διαύγειας καί ἁπλότητας.
Φαντάσου πώς στά γερμανικά... νά, φαίνεται πώς στά
γερμανικά—μοῦ τὄλεγε τίς προάλλες αὐτός ὁ ἀξιω­
ματικός τῆς Φέλντ - ζανταρμερί—ὑπάρχουνε λέξεις
μ' ἑξήντα, ἑβδομήντα γράμματα... σκέψου, λοιπόν, τί
γίνεται... Κι ὅμως, αὐτοί ἐδῶ οἱ χαζοί, μιά γαλλική
λεξούλα μέ τέσσερα γράμματα, ὅπως τό τέστ...
Σταμάτησε, φαινότανε νἄπεσε σέ σοβαρή ἀμφι­
βολία:

48
— Δέ γελιέμαι, Πφέφερ, τέσσερα γράμματα...
τ,ε,σ,τ,—ὄχι μέ ἄλφα γιώτα. Τέστ, ταίστ, τέστ; Ὄχι,
μοῦ φαίνεται πώς ἔχει τέσσερα γράμματα μονάχα...
Κοίταξε τόν ὑποδεέστερό του μέ ὕφος περιφρονη­
τικό, ἀνάκατο μέ κάποια ἐπιείκεια!
— Τέσσερα γράμματα, Πφέφερ... Μά περίμενα
πώς θά μοὔκανες τουλάχιστον μιά παρατήρηση. Μιά
γαλλική λεξούλα μέ τέσσερα γράμματα... αὐτό δέ σοῦ
λέει τίποτα;
Ὁλόκληρο τό πρόσωπο τοῦ Πφέφερ φανέρωνε
μεγάλη ἀμηχανία. Τί ἤθελε νά πεῖ ὁ ἀρχηγός; Μιά
λέξη μέ τέσσερα γράμματα; Δέν ἤξερε ἄν ἔπρεπε νά
γελάσει. Ἔριξε μιά ἐρωτηματική ματιά στούς συνα­
δέλφους του, σ' αὐτούς πού ἀκίνητοι παρασταίνανε
τά καντηλέρια! Δέν τόν βοηθούσανε.
— Μιά γαλλική λεξούλα. Πφέφερ, εἶσ' ἕνας
ἀγράμματος. Δέν εἶναι γαλλική λέξη, εἶν' ἐγγλέζικη
λέξη, Πφέφερ, ἐγγλέζικη... Ὤ, μήν παίρνεις αὐτό τό
σκανδαλισμένο ὕφος, μπορεῖ νά μεταχειριστεῖ κανείς
μιάν ἀγγλική λέξη, δέ θά πεῖ μ' αὐτό πώς εἶναι
ἀγγλόφιλος. Λόγου χάρη, ἡ λέξη τράστ... Εἶναι κι
αὐτή ἀγγλική λέξη, κι ὅμως εἶναι μέσα στό λεξιλόγιο
τῆς ἐθνικῆς ἐπανάστασης. Πρέπει νά τά κατονομά­
ζουμε γιά νά τά καταπολεμοῦμε... Τά τράστ ὄχι τά
τέστ, β έ β α ι α - μ ή ν εἶσαι βλάκας...
Ἡ Πωλίν ἔκανε τήν ἀπερισκεψία νά τόν διακόψει.
Τὄχει μανία, τῆς τό λέω πάντα, μά δέ μ' ἀκούει.
— Τράστ - τρούστ, τοῦ λέει, δέν εἶναι πιά ὥρα νά
τοῦ δίνετε ἀπό δῶ;
Εἶμαι ὑποχρεωμένος νά ὁμολογήσω πώς δέν
εἴτανε καθόλου εὐγενικό, κι ἐντελῶς ξεκάρφωτο. Ὁ
χοντρός κι ὁ Πφέφερ γίναν ἔξω φρενῶν. Θέλησα νά
μπῶ στή μέση:
— Πᾶνε τριανταπέντε χρόνια, κύριε ἀστυνόμε,

49
πού τἄχει κάτι τέτοια ἡ Πωλίν.
—Ἄκου δῶ, ἔβαλε μιά φωνή, ἄν ἐσύ τήν ἀνέχεσαι
τριανταπέντε χρόνια, σ' ἐμένα δέν περνοῦν αὐτά
οὔτε τριανταπέντε λεπτά!
Πάνω στήν ὥρα, αὐτοί πού ἀναστατώσανε τήν
κουζίνα παρουσιάστηκαν μέ τό μπουκάλι τό λάδι. Ὁ
Πετιπόν ἀναγάλιαζε:
— Ἀ ρ χ η γ έ , κοιτᾶτε δῶ, μαύρη ἀγορά. Κοντά μιά
λίτρα λάδι.
Ἡ Πωλίν διαμαρτυρήθηκε:
— Δέν ἔχω ἄλλο, καί κοιτᾶτε τό κατακάθι μέσα
στό μπουκάλι. Ε ἶ ν ' ἡ μερίδα τοῦ Ἰούλη.
Ὁ χοντρός δέν ἤθελε τίποτα ν' ἀκούσει:
— Μαύρη ἀγορά, μαύρη ἀγορά. Ἀκοῦνε τούς
ξένους σταθμούς κ ι ' ἀγοράζουνε λάδι ἀπό τή μαύρη
ἀγορά.
Ἀνακατεύτηκα κι ἐγώ. Καταντοῦσε γελοῖο, ἀνυ­
πόφορο. Δέν τὄπα, σημειῶστε, γιατί ἄρχιζα νά
καταλαβαίνω πώς δέ θά ὀφελοῦσε σέ τίποτα. Ὁ
χοντρός χειρονομοῦσε:
— Τό κατάσχω, τό κατάσχω, δέν τήν ἔχετε
καθόλου καλά, τή στιγμή πού ὁ τόπος ἔχει ἔλλειψη
ἀπό λιπαρές οὐσίες...
Ἡ Πωλίν σωριάστηκε σέ μιά καρέκλα. Καταλα­
βαίνετε, τό λάδι της.
—Ὡς ἐδῶ καί μή παρέκει! ἔσκουξε ὁ χοντρός.
Συνωμοτεῖτε, ἄν σᾶς κάνει κέφι, ἀλλά μήν τόν
πεθαίνετε τῆς πείνας τό φτωχό λαό. Ὅσο ὑπάρχουν
ἄνθρωποι σάν ἐσᾶς, ἡ Γαλλία δέν πρόκειται ν'
ἀνορθωθεῖ!
Πάλι στό ὕφος του αὐτή ἡ ἀλλαγή πού μ' εἶχε
παραξενέψει.
— Ἐ λ ά τ ε , πεῖτε μου τώρα ποιός σᾶς πούλησε αὐτό
τό λάδι...

50
— Γιατί νά μή σᾶς τό πῶ, ἔκανε ἡ Πωλίν, ἡ κυρία
Ντελαβινιέτ...
—Ἄ; Ντελαβινιέτ, σημείωσε Πφέφερ, Ντελαβι...
— ...Κατάστημα Ἐδωδίμων, Κα Ντελαβινιέτ. Εἶ­
ναι τό μπακάλικο πού ψωνίζω.
— Σ' αὐτό τό δρόμο;
— Φυσικά, ἐδῶ πλάϊ. Ἀφοῦ εἶναι τό μπακάλικό
μας...
— Καί πόσο σᾶς τό πούλησε;
— Μά, δέν ξέρω, ἡ τιμή του... ἡ τιμή...
- Ὀ χ τ α κ ό σ ι α φράγκα τό λίτρο, ἔ;
— Τρελλαθήκατε; ὤ, συγγνώμην κύριε ἀστυνόμε.
Ἄλλη μιά ἀκαρτέρευτη παρεξήγηση. Εἴχανε
στοιβάξει ἕνα σωρό πράματα πάνω στό γραφεῖο: τήν
ἀτζέντα μου, τίς ἀποδείξεις τοῦ γκαζιοῦ, τό μπουκάλι
τό λάδι, ἕνα ἀστυνομικό μυθιστόρημα πού τούς
φάνηκε ὕποπτο γιατί ὁ τίτλος του εἴτανε: Τό Ἔγκλη­
μα τοῦ Βισύ, κι ἄλλα μικρολογήματα. Κι ἕν' ἀπό τά
βουβά πρόσωπα ἵδρωνε καί ξίδρωνε πλάϊ στή λεία
τους γιά νά συντάξει ἕνα πρωτόκολλο, πού μοῦ τό
δώσανε νά τό ὑπογράψω. Θέλησα νά τό διαβάσω πρίν
ὑπογράψω. Μά φαίνεται πώς κι αὐτό δέν ἐπιτρέπεται.
Τελοσπάντων τό ὑπόγραψα γιά νά μ' ἀφήσουν
ἥσυχο. Ἕνα ἄλλο βουβό πρόσωπο σκούπιζε τά
παπούτσια του μέ τό σκέπασμα τοῦ τραπεζιοῦ. Ὁ
χοντρός πῆρε τό χαρτί καί φύσηξε τήν ὑπογραφή γιά
νά στεγνώσει. Ἔπειτα τό κράτησε λίγο μακρύτερα
σά νἄθελε νά διαβάσει. Διάβασε τήν ὑπογραφή μου.
Σούφρωσε τά φρύδια του. Ἔφερε τό χαρτί πιό κοντά
στά μάτια του, ὕστερα πάλι πιό μακριά. Ἔβαλε τίς
φωνές:
— Τ' εἶναι πάλι αὐτό τό ἀστεῖο; Μέ τί ὄνομα
ὑπόγραψες;
Ζάρωσα λιγάκι.

51
— Μέ τό δικό μου ὄνομα, τοῦ λέω. Εἶναι τ' ὄνομά
μου δυστυχῶς...
— Τί δυστυχῶς; Θέλεις νά πεῖς πώς σέ λένε...
— Πεταίν... ἀλλά Ρομπέρ, ἐμένα. Ρομπέρ Πε­
ταίν... Nαί, μέ στραβοκοιτάζουνε λίγο στή γειτονιά...
Μά τί νά κάνω, εἶναι τ' ὄνομά μου... Ἄχ, ὄχι, δέν
εἴμαστε συγγενεῖς!
Ὁ ἀστυνόμος ἄφριζε. Τό τί ἄκουσα! Ἔβγαλα τά
χαρτιά μου, τοῦ ἔδειξα πώς δέν τόν κορόιδευα, πώς
ἔτσι μέ λένε πραγματικά, ὅπως λέγανε καί τόν
καημένο τόν πατέρα μου, Θεός σ χ ω ρ έ σ ' τον. Ἄν
τὄξερε θἄχε ἀλλάξει ὄνομα. Μά τόν καιρό τοῦ πατέρα
μου εἴταν κι αὐτό ἕνα ὄνομα σάν ὅλα τ' ἄλλα...
—Ἀρκεῖ!
Τό μπορσαλίνο κατέβηκε πάνω στά μάτια.
— Τ' ἀστεῖα σας δέν ἔχουν τή θέση τους... Μά...
ἄν σᾶς λένε... ὅπως λέτε... τότε ποιόν λένε Σελιέρ,
Σιμόν Σελιέρ; Ὄχι ἐσᾶς, ἔτσι λέτε, ὄχι ἐσᾶς; Μπᾶς
κάνετε λάθος; Εἶπαν νά κάνουμε ἔρευνα στό σπίτι
κάποιου Σελιέρ Σιμόν... Π ό σ ο εἶν' ἐδῶ;
— Τί πόσο;
—Ὁ ἀριθμός τοῦ σπιτιοῦ...
— Δεκαοχτώ...
— Νά πάρ' ἡ ὀργή, αὐτός ὁ Σελιέρ κάθεται στό
δεκάξι...
Πάνω σ' αὐτό, ἡ Πωλίν, ὅπως πάντα, ζήταγε καί
ρέστα· κι ἄρχισε νά φωνάζει:
— Κοίτα καμώματα, δέν ξέρετε νά μετρᾶτε ὥσαμε
τό δεκαοχτώ κι ἔρχεστε κι ἀναμπουμπουλιάζετε τόν
κόσμο μές στό σπίτι του!
Πάλι ξεκάρφωτες κουβέντες, γιατί οἱ ἀριθμοί τῶν
σπιτιῶν δέν πᾶνε γραμμή ἀπό τό ἕνα ὥς τά δεκαοχτώ,
μά δυό - δυό, οἱ μονοί ἀπό τή μιά, οἱ ζυγοί ἀπό τήν

52
ἄλλη — κι ἔπειτα, δέν εἶναι λόγος ὅποιος ξέρει νά
μετρᾶ ὥς τά δεκαοχτώ νἄχει τό δικαίωμα ν' ἀναμπου­
μπουλιάζει τόν κόσμο. Ὁ χοντρός τῆς τἄπε ἀπ' τήν
καλή.
—Ἄλλωστε, πρόσθεσε, ὑπογράψατε τό πρωτό­
κολλο κι ἡ ὑπόθεση θά τραβήξει τό δρόμο της...
Ἄδικα διαμαρτυρήθηκα, ἄδικα εἶπα πώς ἄν τὄξερα
δέ θἄχα ὑπογράψει. Τίποτα, εἶχα ὑπογράψει. Ὑπο­
γράψει.
— Ὡραῖα τά κατάφερες, εἶπε ἡ Πωλίν, πάντα σου
ἔτσι τά καταφέρνεις.
Ὥσπου νά πεῖς δυό, τό μπορσαλίνο εἶχε μαζέψει τά
τζίνια του.
Φύγανε ὅπως ήρθανε, μπουλούκι ὅλοι μαζί...
Ἀλλά συναποκομίζοντας τό λάδι, τούς λογαριασ­
μούς τοῦ γκαζιοῦ καί τό πρωτόκολλο, μαζί μέ κάτι
παξιμαδάκια πού σουφρώσανε τήν τελευταία στιγμή.
Ὁ ἀχαμνούλης, καθώς ἔβγαινε πρῶτος, γύρισε, μέ τό
χερούλι τῆς πόρτας μέσα στήν ἀστακίσια τσιμπίδα
καί μᾶς πέταξε μονάχα ἕνα «Χούμπερ»—κι αὐτή εἴταν
ἡ τελευταία τους λέξη.
Ὡραῖα. Τό σπίτι τὄχανε συγυρίσει μιά χαρά. Ὅλα
μαλλιά - κουβάρια! Τό πιό σπαραχτικό εἴταν τά
σκόρπια πούπουλα τοῦ μαξιλαριοῦ κι ἡ ξεχαρβαλω­
μένη κουρτίνα. Ἔριξα μιά νοσταλγική ματιά στήν
ἀδειανή μισοκαδιάρικη (δέ θά ξαναδίνανε κρασί πρίν
ἀπ' τήν Τ ρ ί τ η ) καί στήν ἀδειανή σουπιέρα...
Ἡ Πωλίν δέ σταματοῦσε τή γκρίνια της. Ἐγώ
ἔφταιγα γιά ὅλα. Τό τί άκουσα! Τό χειρότερο εἴταν
αὐτή ἡ ἱστορία τοῦ δῆθεν ἐρωμένου τῆς κορσεδοῦς.
Πῶς, τοῦ δῆθεν, Πωλίν; Εἶπε πώς, φυσικά, εἴταν
ἐκεῖνος ὁ φίλος τῶν Πισερέλ, μά τί ἀνάγκη εἶχα ν'
ἀνακατέψω τούς Πισερέλ σ' αὐτή τήν ὑπόθεση, ν'
ἀναφέρω τ' ὄνομά τους μπροστά στήν ἀστυνομία;

53
Δέν ἔβλεπα τό λόγο γιατί νά μήν τό ἀναφέρω...
— Τό ξέρεις πολύ καλά, μοῦ λέει, μά θές νά
φαίνεσαι πιό βλάκας ἀπ' ὅ,τι εἶσαι. Ὁ γιός τους
εἶναι μαζί μέ τόν ντέ Γκώλ...
—Ἄ, καλά, μά δέ μπορούσανε νά τό δοῦνε πάνω
σ' αὐτή τήν παλιά φωτογραφία!.. Κι ἔπειτα, εἴταν
μονάχα φίλος τους... καί τόν πάτησε κάποιο αὐτοκί­
νητο, ἄν θυμᾶμαι καλά—ἤ πέθανε ἀπό πνευμονία;
Τί ἔπαθε ξαφνικά ἡ Πωλίν; Δέν ἐνδιαφερότανε πιά
οὔτε γιά τούς Πισερέλ, οὔτε γιά τήν κορσεδοῦ. Πῆγα
ν' ἀνοίξω τό παράθυρο, γιά ν' ἀεριστεῖ τό δωμάτιο.
Μ' ἐμπόδισε:
—Ἄσε τό παράθυρο, ἔλα γρήγορα!
Κι ἔτρεξε στήν κουζίνα, στόν τοῖχο πού εἴτανε
στό βάθος. Κοίταξα τήν ὥρα. Διάβολε, ἀλήθεια.
Πήραμε θέση πλάϊ στό μάτι τοῦ γκαζιοῦ καί στήσαμε
αὐτί. Ἀπό τό διπλανό διαμέρισμα ἀκουγότανε ἡ
φωνή πού ὀρυότανε στό διαπασῶν:
«Σήμερα, 753η ἡμέρα τοῦ ἀγῶνα τοῦ γαλλικοῦ
λαοῦ γιά τήν ἀπελευθέρωσή του...».
Ἡ Πωλίν ἔκανε μιά λυσασμένη χειρονομία:
— Τά γουρούνια! λίγο ἔλειψε νά χάσουμε τίς
εἰδήσεις...

54
ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ TOY 1943
ΤΙ ΛΕΤΕ ΘΑ ΓΥΡΙΣΕΤΕ πολύ ἀργά, γέροντα;
Ρωτάω γιά τά βρίτα.
—Ὄχι, Μαρία, γι' ἀπόψε ἑτοίμασέ μου κάτι πολύ
ἐλαφρό... μ' αὐτή τή ζέστη! Ὄχι, δέ θ' ἀργήσω, θά
γυρίσω ἀμέσως μόλις τελειώσω τό ξομολόγημα.
Ὁ ἐφημέριος Λερουά εἶχε ἀδυνατίσει. Ἡ οἰκονό­
μος του μουρμούρισε πώς ἕνα ὡραῖο πιάτο βρίτα δέν
εἴτανε δά καμιά μεγάλη πολυτέλεια ἐπιτέλους. Μά
ἐκεῖνος δέν τά γουστάριζε. Τόν ἐνοχλοῦσε πού ἡ
Μαρία τἄλεγε βρίτα, ὅπως ὅλοι οἱ ντόπιοι. Αὐτός
τἄλεγε βλίτα, ὅπως εἶναι καί τό σωστό. Δέν τ'
ἀγαποῦσε καθόλου.
Μποροῦσε νά πάει κατευθεία στήν ἐκκλησία,
περνώντας ἀπ' τό κηπάκι τοῦ πρεσβυτέριου: οἱ
ἀκακίες εἴτανε ἀνθισμένες καί σκορπούσανε μιά
γλυκιά εὐωδιά. Μά ὁ ἐφημέριος προτιμοῦσε νἄβγει
λιγάκι, νά κάνει ἕνα μικρό γύρο πρίν πάει νά κλειστεῖ
στό ἐξομολογητήριο.
Ὄχι πώς τοῦ πολυάρεσε αὐτή ἡ γειτονιά: ὕστερ'
ἀπό δέκα χρόνια πού τόν εἴχανε τοποθετήσει,
ἐξακολουθοῦσε νά νιώθει, ὅπως ἀπ' τήν πρώτη μέρα,
κάπως ξένος ἐδῶ πέρα. Θά προτιμοῦσε μιά καθαυτό
ἐξοχή ἤ μιά καθαυτό πολιτεία. Αὐτό τό προάστειο
δέν εἴταν οὔτε χωριό οὔτε πολιτεία, κατοικούσανε
μικρο-εἰσοδηματίες, μικρο-ἔμποροι, ἄλλοι ἄνθρωποι
πού εἴχανε ἀλλοῦ τή δουλειά τους, ἀπόλυτα ἱκανο­
ποιημένοι ὅλοι τους μέ τή λίγη πρασινάδα καί τό ἕνα
δέντρο στήν αὐλή τους, μέ τά τσιγγουνεμένα σπίτια
τους πού εἴταν ὅλα ὁμοιόμορφα: μπαίνεις, ἕνα δωμά­
τιο δεξιά, τό ἄλλο ἀριστερά... ἄν εἴτανε τουλάχιστον
ἐφημέριος στό Β., ἕνα χιλιόμετρο πιό πέρα, στό

55
ἐργατικό προάστειο, μέ τίς δυσκολίες πού θἄβρισκε
στό λειτούργημά του, μέ την καθημερινή πάλη γιά
τήν θρησκεία...
Στήν πλατεία, μέ τήν ἄσφαλτο πού ἔκαιγε ἀκόμα,
καί τά μικρά δεντράκια μέσα στ' ὁλόφωτο δειλινό,
δυό γυναῖκες φλυαρούσανε καθισμένες σ' ἕνα πάγκο.
Τόν χαιρετήσανε. Λίγο πιό πέρα, ἄκρη-ἄκρη στό
πεζοδρόμιο, ἕνα μεγάλο ἀγόρι κι ἕνα κοριτσόπουλο
κουβεντιάζανε ἀπό κοντά. Ἐκεῖνος, ἡλιοκαμένος, μέ
ἀνοιχτογάλαζη φανελίτσα, μέ τό λαιμό καί τά μπρά­
τσα γυμνά, ἀκουμποῦσε πάνω στό ποδήλατό του,
αὐτή τήν αἴγλη τῆς νεολαίας. Ὁ ἐφημέριος Λερουά
δέν τόν γνώριζε. Μά ἡ μικρή, μιά μικρούλα ὄχι πάνω
ἀπό δεκαπέντε χρονῶ, μέ τήν ἄσπρη καλοπλυμένη
μπλούζα της, πού μάντευες ἀπό κάτω δυό στηθάκια
ἀκόμη ἀσχημάτιστα ὅσο νἄναι, μιά μελαχρινούλα μέ
κοντό φουστάνι καί ξεκάλτσωτη, περήφανη γιά τά
παπούτσια της μέ τίς ξύλινες σόλες, δέν πάει πολύς
καιρός πού πήγαινε ἀκόμα στό κατηχητικό. Ὁ
ἐφημέριος Λερουά γύρισε τό κεφάλι του ἀλλοῦ γιά νά
μήν τούς ἐνοχλήσει· κάθε χρόνο τά ἴδια. Αὐτή ἡ
ἄνοιξη!.. Μά ἴσως ἡ ἄνοιξη νά μήν ἔφερνε μονάχα
τήν ἁμαρτία... Ἀνεξιχνίασται αἱ ὁδοί τοῦ Κυρίου...
Τά δεντράκια τῆς πλατείας λύγιζαν κάτω ἀπ' τό
βάρος τῶν λουλουδιῶν. Ὁ ἐφημέριος ἀναστέναξε.
Κοίταζε μπροστά ἐκεῖ τήν ἐκκλησία του καί συλλο­
γιότανε δίχως εὐχαρίστηση τίς ἐξομολογήσεις πού θ'
ἄκουγε σέ λίγο. Τά ἴδια καί τά ἴδια! Ὤ, οἱ ἐνορίτες
τους δέν εἴτανε καί τόσο μεγάλοι ἁμαρτωλοί! Τουλά­
χιστον ὅσοι πηγαίνανε νά ξομολογηθοῦν... Προχώ­
ρησε ἀργά πρός τήν ἐκκλησία, κάτι παιδιά παίζαν
ἐκεῖ μπροστά καί χασομέρησε νά τά κοιτάζει. Μά
ἔπρεπε νά βιαστεῖ. Ὅσο ἀσήμαντες ἁμαρτίες κι ἄν
εἶχαν αὐτοί πού τόν περιμένανε, ὡστόσο τόν περιμέ-

56
νανε.
Κι οἱ ἄνθρωποι ἐδῶ πέρα εἴταν ὅπως ἡ ἐκκλησία.
Ὁ ἐφημέριος δέν τούς ἔβρισκε τοῦ γούστου του. Δέ
μπόρεσε ποτέ του νά τή συνηθίσει αὐτή τήν ἐκκλη­
σία. Εἶχε τίποτα τό ἐξαιρετικό; Ἴσα-ἴσα, δέν εἶχε
τίποτα τό ἐξαιρετικό. Μιά ἀπ' αὐτές τίς ψευτο-
γοτθικές οἰκοδομές τοῦ 1910, πού στήν ἀρχή φαινό­
τανε σάν παιχνιδάκι, ὅσο διάστημα οἱ πέτρες της
εἴχανε μείνει ὁλόασπρες, μέ τούς ἁρμούς τους νά
ξεχωρίζουν ἕνας-ἕνας. Ἀργότερα λερωθήκανε λιγά­
κι, σά νά τίς σκούριασε ὁ χρόνος. Εἴτανε οἱ καπνοί
τοῦ Β., πού ὁ ἄνεμος τούς ἔφερνε κατά δῶ. Ἀπ' ἔξω
φαινότανε μεγάλη, σάν ἔμπαινες ὅμως, ἀπογοητευό­
σουνα, ἡ σωλέα δέν εἶχε ἀρκετό βάθος, οἱ πτέρυγες,
ἀπό τή μιά κι ἀπό τήν ἄλλη, εἴτανε στενές. Καί τίποτα
ἐκεῖ μέσα, οὔτ' ἕνα πραματάκι, πού νά μή φανέρωνε
ἐκείνη τήν κοινή καί τετριμένη εὐσέβεια τῆς ντουζί­
νας, τήν τόσο ἀποκαρδιωτική γιά ὅποιον ἔχει κάποιες
τάσεις καλλιτεχνικές, ὅπως ὁ ἐφημέριος Λερουά, πού
στά νιάτα του εἶχε καταγίνει μέ τέτοιες μελέτες,
σύχναζε στά μουσεῖα... Ὤ, δέ ζητοῦσε μεγάλα
πράματα, φτάνει νἄχε κάτι δικό της αὐτή ἡ ἐκκλησία.
Κι ἔπειτα, τό κυριώτερο στόν οἶκο τοῦ Κυρίου εἶναι ἡ
πρόθεση. Μπορεῖ καί νά μήν εἶναι τόσο ὡραῖος
φτάνει - δέν εἶν' ἔτσι; - αὐτοί πού γονατίζουν ἐδῶ
μέσα, νά φέρνουν τή συμβολή τους στήν ψυχική
ἀνάταση πού ἔλειπε ἀπό τήν ἀρχιτεκτονική τῆς
ἐκκλησίας. Nαί, μά νά πού δέν τήν φέρνανε.

Ὁ ἐφημέριος Λερουά δεν εἶχε τήν ἀπαίτηση νά


λειτουργεῖ σέ μιά βασιλική ρομανικοῦ ρυθμοῦ ἤ σέ
καμιά τέλεια γοτθική ἐκκλησία. Θά τόν ἱκανοποιοῦ­
σε μιά ἀπ' αὐτές τίς χωριάτικες ἐκκλησίες, τίς κάπως
ἀλλόκοτες καί δίχως ρυθμό, ὅπως οἱ τόσες καί τόσες
πού βλέπει κανείς στήν ὕπαιθρο, πού μαρτυροῦνε

57
κάποιο ἀδέξιο καί χοντροκομένο θρησκευτικό αἴσ­
θημα. Ἄλλαι, ὅμως, αἱ βουλαί τοῦ Κυρίου—καί τοῦ
ἐπισκόπου. Εἴταν ἕνας μαρτυρικός σταυρός γιά τόν
ἐφημέριο Λερουά νά λειτουργεῖ μέσα σ' αὐτό τό
ἄψυχο κτίριο, μέ τό συμβατικό ρόδακα πάνω ἀπό τήν
πόρτα, τήν Ἅγια Τράπεζα ἀπό λουστραρισμένο
ξύλο, τίς δίχως κανένα μυστήριο χρωματιστές τζαμα­
ρίες, τό δάπεδο στρωμένο μέ πλακάκια πού θυμίζανε
λουτρό, τά γύψινα ἀγάλματα μπογιατισμένα ἴδια
καραμέλες. Μά εἴτανε μέρες πού ἀδιαφοροῦσε γιά
ὅλ' αὐτά, ὅπως ἀδιαφοροῦσε καί γιά τά βλίτα.
Τί ἀπελπιστικά ἤρεμη πού εἴταν αὐτή ἡ συνοικία!
Δίχως τό βούισμα τῶν ἀεροπλάνων, πού ἄλλωστε δέν
τό πρόσεχε πιά κανένας, ἀρκετά χαμηλά πάνω ἀπ' τά
σπίτια — τό ἀεροδρόμιο βρισκόταν ἐκεῖ πλάϊ, ἐντε­
λῶς κοντά — δέ θἄλεγες ποτέ πώς εἴταν πόλεμος.
Προπάντων πού ἐδῶ γύρω λείπανε σχεδόν ἐκεῖνα τά
τοιχοκολλήματα πού ἀναστατώνανε τόν ἐφημέριο
Λερουά. Μονάχα μερικά πάνω στή στήλη τῆς πλα­
τείας, πού εἴχανε ἀντικαταστήσει τίς ἀγγελίες τῶν
κινηματογράφων καί ρεκλαμάρανε τήν ἐθνοφρουρά,
τή συγκέντρωση παληῶν σιδερικῶν ἤ τά Τάγματα
Ἀσφαλείας. Σπάνια ἐμφανίζονταν κατά δῶ οἱ πράσι­
νες στολές τοῦ ἐπιδρομέα. Στούς δρόμους ἀκουγότανε
ἡ τρουμπέτα τοῦ γαλατᾶ πού μοίραζε στά σπίτια τό
ἀποβουτυρωμένο γάλα.
Ἐμπρός, σκέφτηκε ὁ παπάς, πρέπει νά πάρω
ἀπόφαση — κι ἀνέβηκε τά σκαλιά τῆς ἐκκλησίας.
Φανταζότανε τί τόν περίμενε: οἱ πελάτισές του, ὅπως
ἔλεγε στ' ἀστεῖα. Ἡ Κα Γκιγμπουτόν ἴσως... ἡ γρηά
Μπουζεβέν... ὁ Μπουτάρ, ὁ ἐργολάβος τῶν δρόμων...
ἕνας δυό νεαροί ἀπ' τό ἵδρυμα τῆς Ἁγίας Εὐλαλίας,
πού τούς βασάνιζαν ἐφηβικές ἀμφιβολίες... Π ό σ η
ὑπομονή ἔπρεπε νἄχει! Ὁ ἐφημέριος πρόσφερε

58
θυσία στό Θεό τήν πλήξη πού ἔνιωθε νά τόν κυριεύει
προκαταβολικά. Τ ό σ ο περισσότερο, πού ὅσο λίγοι
καί νάταν, θά τόν ἔκαναν νά χάσει τή ραδιοφωνική
ἐκπομπή, τίς εἰδήσεις ἀπό τή Βόρεια Ἀφρική... Κι
αὐτό τό πρόσφερε θυσία στό Θεό, κάπως δυσανασχε­
τώντας. Ἄγγιξε τό κομπολόγι πού εἶχε στήν τσέπη
του.
Ἑφτά πρόσωπα τόν περίμεναν. Ἕξι εἴταν γυναῖ­
κες, καί μέ τήν πρώτη ματιά ὁ ἐφημέριος εἶδε, στό
φῶς τῶν κεριῶν πού ἀνάβανε μπροστά τήν Ἄσπιλη
Σύλληψη, πώς εἴταν ἀπό τίς πιό φλύαρες ἐνορίτισές
του. Θά τοῦ πιάνανε κάμποση ὥρα, δέν εἶχε φανεῖ
ὑπερβολικός στίς προβλέψεις του. Ἤξερε ἀπ' τή μιά
ἄκρη ὥς τήν ἄλλη τί θά τοῦ λέγανε αὐτές οἱ
ἀμείλικτες θεοφοβούμενες, σέ τί κόσμο μικρόπρεπο,
κουτσομπόλικο, θἄπρεπε νά κλειστεῖ τουλάχιστον
γιά μιά ὥρα. Θεέ μου, γεννηθήτω τό θέλημά σου! Ὁ
ἐφημέριος πῆγε νά ντυθεῖ πίσω ἀπ' τό ἱερό. Τί
ξασπρουλιάρικη πού εἴταν ἡ τωρινή ἀμφίεσή του.
Ὅταν θυμότανε τήν ὀμορφιά πού εἴχανε τά πρω­
τεινά λευκά ἄμφια, ἐκεῖνο τό λεπτό λινό τους, μιά
νοσταλγία πλημμύριζε τόν ἐφημέριο Λερουά, πού
μεμφότανε τόν ἑαυτό του γιά τήν προσήλωσή του
στίς ματαιότητες τοῦ κόσμου — μά τί, ὡστόσο! τό
πρεπούμενο, πρεπούμενο, ἕνας παπάς ἔχει τήν ὑπο­
χρέωση νά παρουσιάζεται μέ καλή ἐμφάνιση μπρο­
στά στούς πιστούς. Καί πῶς θ' ἀντικαταστοῦσε τό
ράσο του, πού εἴτανε κιόλας μπαλωμένο; Πόσα
κουπόνια τοῦ δελτίου «ἐνδυμασίας» ζητᾶνε γιά ἕνα
ράσο; Τουλάχιστον πενῆντα! Καί τό δελτίο ἔχει
μονάχα εἴκοσι!.

Καθισμένος μέσα στό ἐξομολογητήριο, ἄκουγε,


μέ τό νοῦ του ἀλλοῦ, τό ψιθύρισμα πού ἐρχότανε ἀπό
τό καφασωτό παραθυράκι, κάτω ἀπ' τίς πράσινες
κουρτίνες: «Πάτερ μου, συχώρεσέ με γιατί ἁμάρτη­
σα...» Μερικές ἀπ' τίς γυναῖκες πού ξομολογιοῦνται
ἐπιμένουν σέ ἀσήμαντες λεπτομέρειες, δίνοντάς τους
μεγάλη ἔκταση, προσπαθώντας νά δείξουν πώς τά
σφάλματά τους εἴταν ἐπιπόλαια, λές κι ἔρχονται ὄχι
γιά νά ξομολογηθοῦν τίς ἁμαρτίες τους ἀλλά νά
παινευτοῦν γιά τίς ἀρετές τους. Ἡ ἀρετή εἶναι μιά
λέξη πολύ βαριά... Ὁ ἐφημέριος Λερουά συλλογιό­
τανε τίς ἀκακίες τοῦ κήπου του, μέ πόση εὐχαρίστη­
ση θἄπαιζε μιά-δυό παρτίδες σκάκι μέ τόν ἐφημέριο
τοῦ Β. Ἄν αὐτός ὁ εὐλογημένος δέν εἶχε τή μανία νά
συζητάει πολιτικά... Ἀναρωτιότανε ἀκόμα, μ' ὅλο
πού δέν πεινοῦσε, τί θά τοῦ ἑτοίμαζε ἡ Μαρία, ἄν
ἄφηνε τά βλίτα γιά αὔριο. Ἔπιασε ξαφνικά τόν ἑαυτό
του νά μήν προσέχει, ἔκανε μιά πλάγια ἐρώτηση στή
γυναίκα πού ξομολογιότανε, ντράπηκε γιά τήν ἀπρο­
σεξία του. Ἕνας καθοδηγητής συνειδήσεων ὄφειλε
νά ἐπιβλέπει καλύτερα τόν ἑαυτό του. —Τέκνον μου,
θά πεῖτε δέκα Πάτερ ἡμῶν καί δέκα Χαῖρε Μαρία.
Μιά ἄλλη φωνή, ψιθύριζε τώρα στό καφασωτό
παραθυράκι δεξιά. Ὁ ἐφημέριος παραμέρισε τήν
κουρτίνα γιά νά δεῖ ἄν περιμένανε κι ἄλλοι νά
ξομολογηθοῦν. Ἀλλοίμονο, εἴταν ὑποχρεωμένος νά
κάνει τό καθῆκον του ὥς τό τέλος! Βίασε τόν ἑαυτό
του ν' ἀκούσει πιό προσεχτικά, προσπάθησε νά
πάρει ἐνδιαφέρον σ' αὐτό τό μουρμουρητό. Πίσω ἀπ'
τήν κουρτίνα, πού δέν εἴταν καλοτραβηγμένη, ξεχώ­
ριζε τή λάμψη τῶν κεριῶν καί δέ μπόρεσε νά μή
σκεφτεί τί πολυτέλεια πού εἴταν αὐτή ἡ σπατάλη
κεριοῦ τή στιγμή πού ὑπῆρχε τόση ἔλλειψη ἀπό
σαπούνι... Ἄραγε ἡ Παρθένος εὐχαριστιότανε τόσο
πολύ νά βλέπει νά λυώνει ἀνώφελα αὐτό πού θά
μποροῦσε νά χρησιμέψει... Ἔδιωξε ἀπό τό μυαλό του

60
αὐτές τίς ἐπικίνδυνες σκέψεις... «Κατά διάνοιαν,
ἐμπράκτως καί ἐκ παραλήψεως...» Τί; Ἄ, ναί! —
Τέκνον μου, μή μέμφεστε τόν ἑαυτό σας γιά πράγματα
τόσο φυσικά...
Ἔτσι, μέσα στούς ἴσκιους πού πυκνώνανε, ἡ
παρέλαση συνεχιζότανε, καί τό πνευματικό δικαστή­
ριο λειτουργοῦσε μιά στό ἕνα παραθυράκι, μιά στό
ἄλλο. Ἀπόψε ὁ εφημέριος Λερουά εἶχε μιά παράξενη
ἐπιθυμία νἄβγει, ν' ἀνασάνει τή μυρωδιά τῶν λου­
λουδιῶν πού ἀφθονούσανε σ' ὅλη τή γειτονιά. Δυό
φορές νόμισε πώς εἶχε τελειώσει, μά εἶδε πώς
γελάστηκε. Εἴταν κι ἄλλοι ἀκόμα. Τέλος, σίγουρα
θἆναι ἡ τελευταία τούτη ἐδῶ ἡ γυναικούλα πού
ξομολογιότανε πώς γέλασε τό μπακάλη στό μέτρημα
τῶν κουπονιῶν γιά νά πάρει μερικά κουτιά μπελτέ
ντομάτα — βλακεία της, γιατί ὕστερ' ἀπό λίγες μέρες
ἄφησαν ἐλεύθερη τήν πώληση τοῦ μπελτέ, κι ἔτσι...
Ὁ ἐφημέριος νόμισε πώς ἄκουσε κάποιο θόρυβο
μέσα στήν ἐκκλησία...
— Βλέπεις, λοιπόν, τέκνον μου, πώς ἡ ἀπάτη δέν
ὀφελεῖ ποτέ; Ὁ Θεός θέλησε νά σοῦ δείξει μ' αὐτό
πόσο ἀνώφελο πράμα εἶναι ἡ ψευτιά... Τελοσπάντων
ἡ ἁμαρτία σου, ἄν καί βαριά μέ τήν πρόθεση πού
ἔγινε, εἶναι μᾶλλον συγχωρητέα, εὐτυχῶς, μιά καί δέν
εἶχε συνέπειες, μιά καί δέν ἔβλαψε τό πρόσωπο πού...
Ἀνασήκωσε τήν κουρτίνα: μετατοπίζανε καρέκλες
μέσα στήν ἐκκλησία. Τί νά συμβαίνει; Κανένας
ἄλλος δέν περίμενε νά ξομολογηθεῖ.
— Εἰς τό ὄνομα τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ... — καί
ξαπόστειλε τή γριούλα κάπως ἀνήσυχος.
Καθώς ἔβγαινε ἀπ' τό ἐξομολογητήριο, πρόσεξε
δυό ἀντρίκια πόδια νά ξεπροβάλουν κάτω ἀπ' τήν
κουρτίνα, δεξιά. Μήπως γελάστηκε πάλι στό λογα­
ριασμό του; Ἀκόμα ἕνας πού περίμενε νά ξομολογη-

61
θεῖ! Ὡστόσο, στή σαλέα, κάτι ἄνθρωποι μιλούσανε
δυνατά. Σούφρωσε τά φρύδια του. Τί κατάσταση εἴταν
αὐτή; Προχώρησε.
Τρεῖς ἀστυνομικοί, καί δυό ἄλλοι μέ πολιτικά πού
τούς κατάλαβε ἀμέσως. Κοιτάξανε καλά - καλά τή
γριά πού ἔβγαινε ἀπ' τό ἐξομολογητήριο, μά τήν
ἀφήσανε νά περάσει.
— Τί συμβαίνει, κύριοι; ρώτησε ὁ ἐφημέριος μέ
πολλή ἀξιοπρέπεια — καί μ' ἐκεῖνο τόν τόνο τῆς
φωνής, οὔτε ψηλό οὔτε χαμηλό, πού κάτεχε τό
μυστικό του, πού μποροῦσε ν' ἀκουστεῖ καθαρά ἀπ'
τή μιά ὥς τήν ἄλλη ἄκρη ἑνός καθεδρικοῦ ναοῦ καί
νά σοῦ κάνει τήν ἐντύπωση πώς εἴτανε μονάχα ἕνα
ψιθύρισμα.
Οἱ ἀστυνομικοί σταματήσανε μέ συστολή.
— Αἰδεσιμώτατε... ἄρχισε νά λέει ἕνας τους.
Ὁ ἕνας ἀπό κείνους μέ τά πολιτικά τόν ἔκοψε στή
μέση:
— Πρίν λίγη ὥρα ἔγινε μιά ἀπόπειρα στό Β., μιά
μπόμπα, κι αὐτός πού εἴδαμε νά τό βάζει στά πόδια
μπορεῖ νἄρθε νά κρυφτεῖ ἐδῶ, στήν ἐκκλησία.
Δέ μποροῦσες νἄσαι βέβαιος, αὐτός ἐδῶ μιλοῦσε
πολύ καλά τά γαλλικά, μά ἡ προφορά του εἴτανε
τραχιά... Ὁ εφημέριος εἶπε πολύ ἤρεμα:
— Ψάξετε, κύριοι, ψάξετε... μά, καθώς βλέπετε,
δέν εἶν' ἐδῶ κανένας ἄλλος... — κι ἀφοῦ σταμάτησε
μιά στιγμή — ... ἐκτός ἀπό τόν τελευταῖο πού
ξομολογῶ, πού περιμένει τώρα καί τρία τέταρτα τῆς
ὥρας νά τοῦ δώσω ἄφεση... Ἄν ἐπιτρέπετε, πηγαίνω
νά συνεχίσω τήν ἐξομολόγηση...
Μέσα στό ἐξομολογητήριο, στό μισοσκόταδο,
δίστασε μιά στιγμή. Ἡ καρδιά του χτυποῦσε. Ἄ­
κουγε τή λαχανιασμένη ἀνάσα τοῦ ἀνθρώπου, ἐκεῖ
πλάϊ. Ξαναμπαίνοντας, εἶχε κοιτάξει πάλι τά παπού-

62
τσια, κάτι παπούτσια κακομοιριασμένα, μέ φαγωμένα
τακούνια, πού εἴχανε μεγάλη ἀνάγκη ἀπό σόλιασμα.
Συλλογιότανε αὐτό πού εἶχε πεῖ πρίν λίγο γιά κείνη
τήν ἱστορία μέ τά κουπόνια: Ἡ ἀπάτη δέν ὀφελεῖ...»
Κι ἔπειτα δέν εἴτανε καί τόσο βέβαιος γιά τόν ἑαυτό
του. Ἴσως νά τόν κινοῦσε καί ἡ περιέργεια... Πῆρε
τήν ἀπόφασή του: ἄνοιξε τό δεξί καφασωτό παραθυ­
ράκι καί σκεπάζοντας τά μάτια μέ τό χέρι του γιά νά
συγκεντρωθεῖ καλύτερα, εἶπε:
— Μίλησε, τέκνον μου, σέ ἀκούω...
Μέσα στήν ἐκκλησία ἀκούγονταν βήματα νά
πηγαινοέρχονται. Φάνηκε στόν ἐφημέριο πώς ἄνοι­
ξαν τήν πόρτα πίσω ἀπό τό ἱερό. Ἐκεῖ μέσα θά
βρίσκανε τό νεωκόρο... Μά ἐδῶ, πλάϊ του, ἡ φωνή τοῦ
ἀνθρώπου, βαθειά, σιγανή, ἔλεγε:
— Παπά μου... Πάτερ μου...
Δέ φαινότανε ἄνθρωπος συνηθισμένος νά μιλάει
σέ παπάδες. Ὡστόσο εἶχε βρεῖ τή σωστή φράση καί
τόν εἶπε «Πάτερ μου...» Ἴσως νἄχε κάποτε ξομολο-
γηθεῖ στά μικράτα του. Εἶπε μάλιστα: «Συχωρέστε με
πάτερ μου...», μά ἴσως νἄθελε μονάχα νά ζητήσει
συγνώμη πού χώθηκε στήν ἐκκλησία.
— Τέκνον μου, σέ ἀκούω, ἐπανέλαβε ὁ ἐξομολο­
γητής.
Βήματα πλησιάζανε. Ὁ ἐφημέριος εἶχε τή διαί­
σθηση πώς αὐτός ὁ γονατιστός ἄνθρωπος πίσω ἀπό
κεῖ, μαζεύτηκε ἕτοιμος νά χυμήξει. Τοῦ ψιθύρισε:
— Σώπα... περίμενε...
Σηκώθηκε μεμιᾶς καί βρέθηκε μπροστά σ' αὐτόν
πού τοῦ εἶχε μιλήσει πρωτύτερα.
— Τί θέλετε πάλι, κύριε; ρώτησε τώρα μέ πολύ
δυνατή φωνή, μ' ἐκείνη τή φωνή τῶν παπάδων, πού
δέν τούς μέλλει νά μιλοῦνε δυνατά μέσα στήν
ἐκκλησία τους, συνηθισμένοι καθώς εἶναι νά κάνουν

63
κήρυγμα, παρατηρήσεις στά παιδιά τοῦ κατηχητικοῦ.
— Entschuldigen Sie... Μέ συγχωρεῖτε, κύριε ἐ­
φημέριε, ἤθελα...
Ὁ ἐφημέριος ἔνιωσε μέσα του κάποια ἱκανοποί­
η σ η , τήν ἱκανοποίηση τοῦ ἀνθρώπου πού δέ γελά­
στηκε. Ἄρχισε μέ τή βροντερή φωνή του:
— Μά ἐπιτέλους, κύριε, που νομίζετε πώς βρί­
σκεστε; Θά μ' αφήσετε νά ἐξασκήσω τό λειτούργημά
μου; ναί ἤ ὄχι; Ἔχω μέσα ἕναν ἄνθρωπο πού θέλει νά
ξομολογηθεῖ, ἕναν ἐνορίτη μου πού ἐγγυοῦμαι γι'
αὐτόν, πού εἶν' ἐδῶ τώρα καί τρία τέταρτα τῆς ὥρας,
σᾶς λέω, τρία ὁλόκληρα τέταρτα τῆς ὥρας... Κι ὅσο
γιά μένα, μέ περιμένει τό φαγητό μου, βλίτα, κύριε, ἄν
θέλετε νά ξέρετε, κι ἐλπίζω νά μοῦ ἀδειάσετε τόν
τόπο...
Οἱ ἀστυνομικοί ξανάρχονταν:
— Δέ βρίσκουμε κανέναν, εἶπε ὁ ἕνας τους.
Ὁ Γερμανός εἶπε μερικές λέξεις στόν ἄλλον μέ τά
πολιτικά.
— Ἐφιστῶ τήν προσοχήν σας, κύριοι, εἶπε ὁ
παπάς, στό ὅτι ὑπάρχει καί μία πορτούλα στό
παρεκκλήσι τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Βαπτιστοῦ...
Οἱ ἄλλοι στράφηκαν ὅλοι μαζί πρός ἐκείνη τήν
κατεύθυνση. Εἴταν ἀλήθεια, μά τότε...
—Ἄφησες ἔξω νά φυλάγουν, ἐνωμοτάρχα;
Ὁ ἐνωμοτάρχης ἀποκρίθηκε πώς ἄφηση. Προχω­
ρήσανε ὅλοι μαζί πρός τόν Ἅϊ Γιάννη τό Βαφτιστή,
μέ τό πηλίκιο ἤ τό καπέλο στό χέρι. Ὁ ἐφημέριος
τούς παρακολουθοῦσε μέ τό μάτι καθώς ξεμακρύνανε
καί βγῆκαν. Χαμογέλασε ἐνδόμυχα. Σ τ ' αὐτιά του
ἀντηχοῦσε τό Δόξα ἐν Ὑψίστοις... Εἶχε χάσει κάθε
συναίσθηση ἁμαρτίας. Στρογγυλοκαθησμένος στήν
ψευτιά του, περηφανευότανε γι' αὐτή. Καί κάτι
χειρότερο ἀκόμα: ἔπιασε τόν ἑαυτό του νά συλλογιέ-

64
ται πώς θά δεχότανε μέ ἀγαλλίαση τήν ἐξομολόγηση
αὐτοῦ τοῦ ἀνθρώπου. Μά καθώς γύρισε, βρῆκε τόν
ψευτο-ἐξομολογούμενο νά στέκεται πίσω του. Τό φῶς
τῶν κεριῶν τρεμόπαιζε πάνω στό πρόσωπό του.
— Δέ θέλεις νά ξομολογηθεῖς; ρώτησε ὁ ἐφημέ­
ριος μέ κάποια ἀπογοήτευση στή φωνή του.
— Παπά μου, ἀποκρίθηκε — Θεέ μου, τί βαθιά
φωνή πού τήν εἶχε, λές κι ἔβγαινε ἀπό τά τρίσβαθα,
κάνοντας νά τρέμει τό γεροδεμένο καί γεμάτο κορμί
του, μιά κορμοστασιά στρατιωτικοῦ ἤ ὁδηγοῦ καμιο­
νιοῦ. Παπά μου, εὐχαριστῶ, εἴταν μεγάλη καλοσύνη
σας αὐτό πού κάνατε... Μά τώρα καλύτερα νά τοῦ
δίνω...
—Ἄν βγεῖς τώρα, θά σέ συλλάβουν, τέκνον μου.
Ἔνοιωθε κάποια εὐχαρίστηση νά τόν λέει ἔτσι, σά
νά βρισκότανε στό ἐξομολογητήριο, σά νἄθελε νά
παρατείνει μιά κατάσταση πού τοῦ ἔδινε τήν ὑπερο­
χ ή . Τό μετάνοιωσε καί κατηγόρησε τόν ἑαυτό του
πώς τοῦ ἔλειπε ἡ πραγματική χριστιανική ἀγάπη
πρός τόν πλησίον.
Κι ἔτσι, τό διόρθωσε πολύ σιγανά:
— Παιδί μου...
Τό παιδί ἔξυνε τό κεφάλι του.
— Τί ἀνακατοσούρα! εἶπε σοβαρά, καί ξαφνικά
ἔνοιωσε τήν ἀνάγκη νά δικαιολογηθεῖ: —Βρέθηκα
ἀναγκασμένος, παπά μου, δέν ἤθελα νά σᾶς βάλω σέ
μπελᾶ... Ὁ καθένας μέ τίς ἰδέες του... Μά βρέθηκα
στήν ἀνάγκη!
Εἴτανε φανερό πώς ἤθελε νά δικαιολογηθεῖ πού
εἶχε μπεῖ στό ἐξομολογητήριο, αὐτός, ἕνας ἄπιστος,
πού δέν ἔβαλε κἄν στό νοῦ του νά ξομολογηθεῖ...
— Καταλαβαίνω, καταλαβαίνω, εἶπε ὁ παπάς.
Εἶναι πολύ φυσικό! Δέ θἄθελα νά ἐπωφεληθῶ γιά νά

65
Ὁ ἄλλος δέν κατάλαβε αὐτή τή φράση, καί τό
βέβαιο εἶναι πώς εἴτανε μάλλον δυσνόητη, μά εἶναι
στιγμές πού λέει κανείς λόγια δίχως σημασία, αὐτό
πού ἔχει σημασία εἶναι νά πεῖ κάτι.
— Δέ σᾶς εἶπαν, ρώτησε ὁ ἄλλος, ἄν τή σκαπού-
λαρε κανένας;
Ἄν τή...;
Ἄ, ναί.Ὄχι, δέν εἶπαν τίποτα.
—Ἄχ! ἀναστέναξε τό παληκάρι. Θἄθελα νά μή
γλύτωσε κανένας.
Ὁ ἐφημέριος τόν κοίταξε προσεχτικά. Φαινότανε
παιδί μέ καρδιά. Πού δέν τοῦ ἄρεσε νά μήν κάνει
καλά τή δουλειά του. Ρώτησε δειλά-δειλά:
— Γερμανοί;
— Τελοσπάντων, καί Γερμανοί νά μήν εἴτανε, δέν
ἀξίζανε καλύτερ' ἀπό δαύτους!
Βέβαια, ἡ ερώτησή του εἴτανε κουτή. Γιά νά τήν
κάνει νά ξεχαστεῖ, εἶπε ἀκόμα:
— Καί τώρα τί λογαριάζεις νά κάνεις;
— Μέ τήν ἄδειά σας, θά μείνω ἐδῶ, σέ μιά γωνιά,
φρόνιμα-φρόνιμα.
Γελάσανε κι οἱ δυό μαζί.
—Ὄχι, εἶπε ὁ ἐφημέριος. Κι ἄν ξανάρχονταν οἱ
λεγάμενοι;
Ὁ ἄλλος ἔκανε μιάν ἀόριστη χειρονομία, τά μάτια
του λές κι ἀναμετροῦσαν τήν ἐκκλησία, σά μιά
ἐνδεχόμενη σκηνή μελλοντικῆς μάχης. Ὁ εφημέριος
κούνησε τό κεφάλι του:
—Ὄχι, ὄχι... Καλύτερα ὄχι... Ἔλα μαζί μου, ἀπό
δῶ: ἡ πόρτα πού εἶναι πίσω ἀπό τό ἱερό βγαίνει
ὁλόϊσια στό σπίτι μου... στό πρεσβυτέριο...
Ὁ ἄλλος δέν περίμενε νά τοῦ τό ξαναπεῖ. Μουρ­
μούριζε ἀδιάκοπα.
—Ὡστόσο, ὅπως καί νά τό πάρεις... μεγάλο
πράμα... νά φέρνετ' ἔτσι ἕνας παπάς...
Οἱ ἀκακίες εὐώδιαζαν τόσο γλυκά, πού σίγουρα κι
ὁ Θεός εἴτανε σύμφωνος.
Ἡ κυρά Μαρία σήκωσε τά χέρια της στόν οὐρανό
ὅταν ὁ ἐφημέριος τῆς εἶπε πώς ἔφερε μαζί του ἕναν
καλεσμένο.
—Πάντα τά ἴδια μοῦ κάνετε! Λέτε πώς θέτε
μονάχα κάτι νά τσιμπήσετε, κι ἔπειτα μοῦ κουβαλᾶτε
κόσμο!
Ὁ κόσμος πού κουβάλησε ὁ παπάς τήν παραξένε­
ψε λιγάκι. Ὡστόσο δέ ρώτησε τίποτα καί πῆγε στήν
κουζίνα της. Τ ή ν ἄκουγαν νά ψάχνει, νά βροντολογᾶ
τίς κατσαρόλες, νά βγάζει πιάτα.
— Πολύ φοβοῦμαι, εἶπε ὁ ἐφημέριος, πώς ἔχουμε
μονάχα βλίτα... Μά στόν πόλεμο, ὅπως λέει κι ἡ
παροιμία... Σ' ἀρέσουνε τά βλίτα;
Τό παληκάρι ζάρωσε λιγάκι τό μοῦτρο του.
— Θέτε νά πεῖτε, βρίτα; Προτιμῶ βέβαια, τίς
τηγανιτές πατάτες, μά καί τά βρίτα δέν εἶναι καί τόσο
ἄσκημα... καλύτερα ἀπό τά γογγύλια, ὅσο καί νἆναι...
— Διαφωνῶ, διαμαρτυρήθηκε ὁ εφημέριος. Τό
γογγύλι, μαζύ μέ πατάτες βέβαια... Μά γιατί ὅλοι σας
ἐδῶ τά λέτε βρίτα; Τό σωστό εἶναι βλίτα...
—Ὁ καθένας μέ τίς ἰδέες του: ἐδῶ τά λέμε βρίτα...
Βάλανε κι οἱ δυό τά γέλια. Μά ὄχι ἕνα γελάκι
ὅπως πρωτύτερα στήν ἐκκλησία. Ἕν' ἀπό κεῖνα τά
γεμάτα γέλια πού σέ τραντάζουνε ὁλόκληρο. Κάθον­
ταν στό γραφεῖο τοῦ ἐφημέριου, κι ὁ μεγάλος
ἐσταυρωμένος, πάνω στό πράσινο βελοῦδο του, κοί­
ταζε τή σκηνή ἀπό ψηλά. Ὁ ἐφημέριος σκούπιζε τά
μάτια του πού εἴχανε δακρύσει ἀπ' τά γέλια. Πρώτη
φορά ἔβλεπε ὁλοκάθαρα στό φῶς τό πρόσωπο τοῦ
ἄλλου. Αὐτό πού τό χαρακτήριζε δέν εἴταν τόσο τά
δυνατά σαγόνια του, ὅσο τά μάτια του, ἴδια μεγάλου

67
παιδιοῦ, μαῦρα καί ζωηρά, πού τριγυρίζανε παντοῦ
μές στό δωμάτιο, κι αὐτές οἱ φακίδες πάνω στή μύτη
του. Ἄν δέν εἶχε ἐκείνη τή μικρή ρυτίδα πλάϊ στό
στόμα, θά τόν ἔπαιρνε γιά παιδαρέλι... Ὁ ἐφημέριος
θυμήθηκε τά μοῦτρα τοῦ ἄλλου, ἐκείνου τοῦ κρεμαν-
ταλᾶ, τοῦ Entschuldigen Sie mich, κι ἔκανε τή
σύγκριση. Κάθε χρόνο, στό κατηχητικό, ἔβλεπε ἕνα
σωρό τύπους σάν αὐτόν ἐδῶ, μάγκες πού τσακώνον­
ταν ἀναμεταξύ τους, παίζανε βόλους, μεταχειρίζονταν
ἐκφράσεις ὄχι καί τόσο διαλεγμένες, πειράζανε τά
κορίτσια. Ὕστερα μεγαλώνανε, δέν τούς ξανάβλεπε
πιά στήν ἐκκλησία, δεν τόν χαιρετούσανε πάντα
ὅποτε τόν ἀντάμωναν, μά εἴχανε ὤμους γερούς,
λυγερά κορμιά, εἴταν ὅλοι αὐτοί πού τούς ἔβλεπε νά
τρέχουν μέ τά ποδήλατα ἤ ν' ἀγκαλιάζουν τίς
κοπέλες στίς γωνιές... Μοιάζανε σ' ὅλ' αὐτά μέ τούς
πατεράδες τους, δέν πᾶνε πολλά χρόνια...
-Καπνίζεις;
Ἄν καπνίζει! Καλοδεχούμενο τό τσιγάρο. Ὁ
ἐφημέριος τόν ἔσπρωξε νά καθήσει σέ μιά χαμηλή
βελούδινη πολυθρόνα. Κάθησε, παιδί μου!
Τό πρόσωπο τοῦ παληκαριοῦ εἶχε μιά εὐχαριστη­
μένη ἔκφραση. Κάπνιζε, καθότανε σέ πολυθρόνα, καί
δέ σταματοῦσε νά λέει:
— Καθένας μέ τίς ἰδέες του... Τ' ἀκοῦς πώς
ὑπάρχουνε παντοῦ ἄνθρωποι μέ καρδιά, μά τί τά θές...
εὐχαριστιέσαι νά τό βλέπεις πώς εἴν' ἀλήθεια... Καθέ­
νας μέ τίς ἰδέες του.
Αὐτός πρέπει νἄταν ἀπό κείνους πού δέν ἀλλάζου­
νε τίς δικές τους. Ὁ ἐφημέριος σκέφτηκε πώς θἄτανε
χαμένος κόπος νά προσηλυτίσει αὐτό τό παληκάρι.
Ἄλλωστε καί δέ τὄθελε. Εἴταν εὐχαριστημένοι ὁ
ἕνας ἀπ' τόν ἄλλον, ἴσια-ἴσια γιατί εἴχανε τόσο
διαφορετικές ἰδέες πάνω σ' ἕνα σωρό ζητήματα. Ἄν

68
τύχαινε, ἄς ποῦμε, νά μήν εἴταν ἐφημέριος ὁ Λερουά,
ἡ περιπέτεια θἄτανε λιγότερο ἱκανοποιητική· ἐπίσης,
ἄν... Μέ δυό λόγια, ὁ παπάς θεωροῦσε μειωτικό νά
ἐπωφεληθεῖ ἀπό τήν εὐκαιρία γιά νά φέρει ἕναν
ἄνθρωπο στούς κόλπους τῆς ἐκκλησίας. Κι ὁ μεγά­
λος σταυρωμένος πάνω στό πράσινο βελοῦδο, φαινό­
τανε νά συμφωνεῖ σ' αὐτό.
Μά ὁ μεγαλόκαρδος ἐφημέριος εἶχε κάτι ἄλλο στό
νοῦ του. Ἔψαξε δυό-τρεῖς φορές νά βρεῖ τά κατάλλη­
λα λόγια. Μά δίχως νά τά βρίσκει. Τράβηξε, τότε, πιό
κοντά τήν καρέκλα του, χτύπησε φιλικά τό γόνατο
τοῦ καλεσμένου του, καί γέρνοντας μπροστά, μέ τήν
ἐρωτηματική ματιά του νά μπιρμπιλίζει ἀπό εὐχαρί­
στηση κι ἐνδιαφέρον, τοῦ λέει:
- Λοιπόν... μεταξύ μας... ἐκείν' ἡ μπόμπα;
Ο ΒΑΛΤΟΣ

Ἔ λοιπόν, θά τ'ἀποφασίσεις νά μιλήσεις;


Τόν χτυπούσανε, λές καί τό πιάσανε μεροκάματο.
Τά μπράτσα τους εἴχανε κουραστεῖ. Τά μεριά κι ἡ
πλάτη του εἴτανε σέ κακά χάλια. Ὁ ἀστυνόμος
Μπελέμ ἀναστέναξε: σωστά χτήνη, ὅλοι τους. Ἀναί­
σθητοι, μά τό Θεό. Οί ἀνώτεροί του θά λέγανε πώς
δέν ξέρει τή δουλειά του, μιά καί δέ μπόρεσε
ν'ἀποσπάσει λέξη ἀπ 'αὐτόν τόν ἀλήτη.
— Φτάνει! εἶπε ἀποθαρρυμένος.
Πετάξανε τά ροῦχα του στό φυλακισμένο. Χρειά­
στηκε νά τόν κρατᾶνε γιά νά μπορέσει νά ξαναντυθεῖ,
καί πιστέψτε με, δέν εἴτανε καθόλου δουλειά γιά νά
σ' ἀνοίξει τήν όρεξη.
— Νά βαστᾶς τή μύτη σου! ἐξηγοῦσε ὁ ἀστυνόμος
λίγο ἀργότερα σ' ἕνα συνάδελφό του, στό καφενεῖο,
μπροστά σ' ἕν' ἀπ' αὐτά τά ρεβιθόζουμα μέ ζαχαρίνη,
τό μόνο πού μπορεῖς νά πάρεις σά δέ σ' ἀρέσει ἡ
μπίρα.
Ὁ ἄλλος κούνησε τό κεφάλι του:
— Ὕ σ τ ε ρ ' ἀπό μιά τέτοια δουλειά, θἄπρεπε
νἄχουμε τό δικαίωμα γιά κἄνα ποτηράκι κονιάκ, νά
ξαποσταίνουμε...
Τό κελί δέν εἴτανε μεγάλο. Πρέπει νἄτανε βραδά­
κι. Τό φῶς λιγόστευε ὁλοένα ἐκεῖ ψηλά, στό καγκε­
λόφραχτο παραθυράκι. Ὅπου νἆναι θά μπουκάριζε ἡ
νύχτα. Ἡ ματιά του γύρισε στόν κουβά. Πῶς νά
συρθεῖ ὥσαμε κεῖ—κι ἀκόμα νά σηκώσει τό καπάκι μέ
τά δόντια του; Τά χέρια δεμένα πίσω μέ χειροπέδες,
δέ μπορεῖς νά κατεβάσεις τό παντελόνι σου, κι ὅταν
τό κορμί σου εἶναι ὅλο πληγές πονᾶς νά καθήσεις νά
τά κάνεις. Ἡ φυλακή γεμάτη ὥς τά μπούνια, μά σάν
ἐξαίρεση, τοῦτος ἐδῶ εἴτανε μονάχος μέσα στό κελί
του. Κι αὐτό, ἴσια -ἴσια, εἴτανε μιά μικρή παρηγοριά:

71
δέ φοβότανε τίποτ' ἄλλο τόσο πολύ, ὅσο τό συγχρω­
τισμό μέ τούς ποινικούς κατάδικους... κι ἄν τοῦ
βάζανε καί κανένα βαλτόν... Ἕνας βραχνάς αὐτός ὁ
φόβος τῶν σπιούνων.
Πάνω στό ἀχυρένιο στρῶμα του, μέσα στή βρώμα
καί τή δυσωδία, δέν ἤξερε ποῦθε νά γυρίσει: ὅπως κι
ἄν ξάπλωνε, καταντοῦσε ἀβάσταχτο ὕστερ' ἀπό ένα -
δυό λεπτά. Στά λιγοστά μέρη τοῦ κορμιοῦ του πού δέν
εἴτανε πληγιασμένα, ἄρχισε μιά φαγούρα, πού ἡ
ζέστη τοῦ καλοκαιριοῦ, ή ἀσφυχτική ἀτμόσφαιρα
ἐκεῖ μέσα, τήν κάνανε πιό τρομερή ἀκόμα. Αὐτό τό
σάπιο στρῶμα, πού βρωμολογοῦσε, πρέπει νἄτανε
γεμάτο ζωΰφια, μύγες στριφογυρίζανε στόν ἀέρα καί
καθόντουσαν πάνω στό θῦμα τους πού ἀνατιναζότανε.
Ὁ νοῦς του πήγαινε σ' ἐκεῖνα τά μεγάλα σκαθά­
ρια πού εἴχανε γεμίσει τά περίχωρα τούτη τήν
ἄνοιξη, κι ὅταν πέφτανε στήν πλάτη κοίτονταν καί
κουνούσανε τά ποδάρια τους δίχως νά μποροῦνε νά
γυρίσουν. Ἡ σειρά του τώρα νά κάνει τό σκαθάρι. Τί
ὄμορφη πού εἴταν ἡ ἄνοιξη! Καί νά συλλογιέσαι,
κλεισμένος ἐδῶ μέσα, τίς γλυκιές μυρωδιές πού
σκορπούσανε τά δέντρα...
Νά μποροῦσε τουλάχιστον νά βγάλει ἀπό πάνω
του αὐτά τά κοματάκια τ' ἄχερο, πού τόν σκεπάζανε
ὁλάκερο κολλώντας πάνω στά ροῦχα, κάτι τόσο-δά
κοματάκια, ὅ,τι κι ἄν κάνει, ὅσο κι ἄν τραντάζεται,
ὅλα πᾶνε ἀνώφελα... Παράξενο, γεμάτος πληγές, νά
πονᾶς παντού, καί πάνω ἀπ' ὅλα νά σ' ἐνοχλεῖ αὐτό.
Κι ὅταν ἡ βρωμισιά εἶναι φριχτή, κι ὁ ἀέρας τόσο
βαρύς πού νά μή μπορεῖς ν' ἀνασάνεις, νά σέ νευριά­
ζουνε προπάντων αὐτά τά κίτρινα σκουπιδάκια, ἡ
λεπτή σκόνη πού κάθεται παντοῦ, πού τά ξεραίνει
ὅλα δίνοντάς τους μιά ξεχωριστή ἀφή, τήν ἀφή τῆς
φυλακῆς...

72
— Δέ μίλησα...
Ὅσο τό ἐπαναλάβαινε, δυνάμωνε τό ἠθικό του.
Τά χείλια του εἴτανε πρισμένα, ματωμένα. Μιά
γροθιά πού τοῦ κάθησε ὁ ἀστυνόμος, σάν εἶδε πώς δέν
ἔπαιρνε ἀπό λόγια. Ἄγγιξε μέ τή γλώσσα του τό
σπασμένο δόντι. Ἡ ἄκρη του εἴτανε κοφτερή. Μιά
ἁρμυρή γεύση.
— Δέ μίλησα...
Ὅποτε ἄνοιγε ὁ φύλακας την πόρτα, εἴτανε γιά νά
τοῦ πετάξει μιά λέξη, μονάχα μιά λέξη, σά νά μίλαγε
μέ κανέναν Κινέζο, ἀλυχτοῦσε μιά λέξη: ψωμί, ἤ
ταχυδρομεῖο ἤ σιωπή!... Γιατί καμιά φορά τόν φυλα­
κισμένο τόν ἔπιανε κάτι σάν τρέλα καί χτύπαγε μέ τίς
γροθιές του τό βαρύ πορτόφυλλο... Αὐτό εἴτανε πρίν
νά τόν δείρουν ἔτσι πού τόν εἴχανε δείρει... Ἤθελε
ὅπως - ὅπως νά δεῖ ἕναν ἄνθρωπο, ἀκόμα κι αὐτό τό
σταχτί μοῦτρο μέ τήν πλατσουκωτή μύτη, ν' ἀκούσει
κάποιον, ἀκόμα κι αυτή τή μοναδική λέξη πού
ἔβγαινε ἀπ' αὐτό τό μοῦτρο ὅπως ἡ σκόνη ἀπό μιά
ψάθα: σιωπή... Τώρα τοὔχανε περάσει χειροπέδες. Ἡ
θέση του εἴτανε πιό δύσκολη! Σιωπή... — Δέ μίλη­
σα...

Ταχυδρομεῖο... Δέν εἴτανε μιά λέξη γιά τοῦτο δῶ


τό Κελί! Ψωμί... Χάμω στό πάτωμα, μισό καρβέλι
ψωμί κι ἕνα κανάτι νερό, ἀπρόσιτα κι αὐτά τά δυό ὅσο
κι ὁ κουβάς. Μέ τό λαιμό του τεντωμένο, λογάριαζε
πώς νά κάνει γιά νά βρέξει τουλάχιστον τά χείλια του
δίχως ν' ἀναποδογυρίσει τό κανάτι καί νά χυθεῖ ὅλο
τό νερό. Ἔπρεπε νά περιμένει ὥς τό πρωί, ἐκτός ἄν
καμιά περίπολο ἄνοιγε τήν πόρτα. Μέ τό σκοτάδι,
λές καί ξυπνοῦσε ἡ φυλακή.
Οἱ τοῖχοι ἀρχίζανε νά μιλᾶνε τήν ἀκατανόητη
γλώσσα τους: μουντά χτυπήματα, ἀργά, ἀπανωτά,

73
ὅλ' οἱ συνδυασμοί μέ τά κοντά καί τά μακριά διαστή­
ματα, ἕν' ἀλφάβητο πού ἔπρεπε νά τό ξέρεις γιά νά τό
καταλάβεις. Σ' ὁλόκληρο τό χτίριο κλήσεις καί
ἀπαντήσεις. Κάθε βράδι, τήν ἴδια ὥρα, εἴταν γι' αὐτόν
τόν ἀλυσσοδεμένον ἄνθρωπο ἕνα μαρτύριο ἐλπίδας
κι ἀνίκανης προσπάθειας. Αὐτός πού εἴτανε κλεισμέ­
νος στό διπλανό κελί, ἐπαναλάβαιν' ἑκατό φορές, μέ
ἀκατάβλητη ὑπομονή, τό ἴδιο σύνθημα, ὁλόϊδιο,
χτυπώντας τόν τοῖχο μέ τό κεφάλι του. Μά δέν ἤξερε
τό μυστικό αὐτῆς τῆς γλώσσας. Δέ μπορούσανε νά
προχωρήσουνε. Κι ἔπειτα, ἀπόψε εἴταν πάρα πολύ
ἁπλό σημάδι ζωῆς στόν ἄγνωστο πού χτυποῦσε πίσω
ἀπό τόν τοῖχο. Τά χτυπήματα πού ξεκινούσανε
ἀπ' ὅλα τά κελιά, ἀντηχούσανε μέσα σ' αὐτό τό
καταχτυπημένο κι ἄρωστο κεφάλι. Ὁ δύστυχος
καταλάβαινε πώς εἴτανε παραλογισμός του νά κάθε­
ται ν' ἀκούει μέ τόσο ἐντατική προσοχή τούς ἤχους
πού διασταυρώνονταν, γεμάτοι μυστήριο γι αὐτόν.
Δέν ἤξερε κι ὁ ἴδιος τί θά προτιμοῦσε: νά σωπάσουνε
ὅλοι αὐτοί ἤ τό κουβεντολόγι τους νά γίνει τόσο
δυνατό πού νά σειστοῦνε οἱ πέτρες. Σάν ἕνας ἀμάθη-
τος ἔτριζε τά δόντια του, ἔκλεινε τά μάτια του, μά δέν
μποροῦσε νά βουλώσει καί τ' αὐτιά του. Σίγουρα εἶχε
πυρετό. Ἄν εἶχε πολύ πυρετό, ἴσως νά τόν βάζανε
στό νοσοκομεῖο. Μά δέν ἔπρεπε νά λογαριάζει καί
πολύ σ' αὐτό. Τά τινάζει κανένας μέ τέτοιον πυρετό;
Καμπάνες βουΐζανε στ' αὐτιά του. Καί πάντα τά
μουντά χτυπήματα στούς τοίχους, ἐπίμονα, πεισματω-
μένα. Τί μπορεῖ νά λένε, στό Θεό τους! Ἡ νύχτα
εἴταν ἀσφυχτική.
— Δέ μίλησα... δέ μίλησα...
Εἶχε μύγες πάνω του, κολλούσανε βαριές, τσιρί-
ζανε. Ὅταν σαλεύανε πάνω στό σβέρκο του, τιναζό­
τανε σάν τό ζεμένο ἄλογο. Ἡ φαγούρα στό ὑπογά-

74
στριο ἔγινε ἀβάσταχτη. Καθώς δοκίμασε νά τριφτεῖ
πάνω στό ἀχυρένιο στρώμα, τόν σουβλίσανε οἱ πόνοι
στά νεφρά. Πυρετός.
— Δέ μίλησα...
Αὐτός ό μαγικός λόγος εἶχε χάσει τήν καταπραϋν­
τική του δύναμη. Ξαναρχότανε μηχανικά, ἀνώφελα.
— Δέ...
Χρωματιστές λάμψεις κάτω ἀπ' τά ματόφυλλα,
φωσφορισμοί πού σβήνανε μεμιᾶς, φευγαλέες μορ­
φές. Ἕνα πρόσωπο, μιά ἔκφραση τῶν χειλιῶν, μάτια
τρομαγμένα... Μπορεῖ ἕνα τοπεῖο, στό ἀπόμακρο,
μέσα σ' ἕνα τρικυμιασμένο φῶς... ἕνα μαζωχτό κοπάδι
πρόβατα... Ὁ ὕπνος ἔπεσε ἴδιο δίχτυ πάνω στή λεία
του.
Ἕνας ἀόριστος θόρυβος, μαζί μέ τούς πόνους πού
ξανάρθανε, τόν ξύπνησε. Πάντα σκοτάδι. Ὡστόσο,
στό ὔψος πού ἔφτανε ἡ ματιά του, κάτι πού σάλευε
μπῆκε ἀνάμεσα σ' αὐτόν καί σέ μιά λάμψη πού
κουνιόταν: ἡ ἀχτίδα τοῦ ἠλεκτρικοῦ φαναριοῦ τοῦ
φύλακα, χωρίς ἄλλο. Τό τέλος τῆς ὁμιλίας τὄκλεισε
τό σκοτάδι κι ἡ πόρτα βρόντηξε. Κάποιος εἶχε μείνει
μέσα στό κελί! Κατάλαβε πώς αὐτό πού πέρασε κοντά
του εἴτανε μπατζάκια παντελονιοῦ. Σάλευε. Σκόνταψε
κιόλας. Ποῦ νά μπέρδεψε τά πόδια του ὁ χαζός;
Ἀκουγότανε ἡ ἀνάσα του.
— Τί εἶναι;
Ποιός ἀπό τούς δυό εἶχε πεῖ: «Τ' εἶναι;»
Βάλανε λίγη ὥρα ὥσπου νά πιάσουνε γνωριμία.
Ὅταν ὁ πρῶτος κατάλαβε πώς τοῦ δῶσαν ἕνα
σύντροφο, ἡ πρώτη σκέψη του εἴτανε ν' ἀμυνθεῖ.
Ὁ βαλτός πρέπει νἄτανε, ὁ βαλτός. Σίγουρα
εἴτανε βαλτός. «Δέ θά τοῦ πῶ τίποτα», εἶπε μέσα του,
κι οἱ πληγές του πού τόν καίγανε, λές κι ἐπιβεβαίω­
ναν αὐτή του τήν ἀπόφαση. Βόγγηξε. Ὁ ἄλλος εἶπε:
— Χμ, εἶναι συμπαθητικά ἐδῶ μέσα! Μπορῶ νά

75
σοῦ συστηθῶ; ΚωλιέἸωσήφ Κωλιέ...
Πρέπει νἄτανε κανένας σαχλαμάρας. Mά πῶς
εἴτανε, ψηλός ἤ κοντός, ἀδύνατος ἤ παχύς; Ἕνας
βαλτός ὅπως καί νἄναι. Ὡστόσο ἔπεφτε καλά —γιά
τόν κουβά. Καί τό νερό πού τό βρῆκε ψαχουλεύοντας
καί τοῦ τὄβαλε στά χείλια του.
—Ἔχεις πυρετό, φιλαράκο μου...
Παράξενο αὐτά τά χέρια δίχως πρόσωπο μές στό
σκοτάδι.
Τό πρωΐ, ὅταν κοιταχτήκανε, τί νά σκεφτήκανε κι
οἱ δυό τους; Ὁ καινούργιος ἀνακάλυπτε ὅλη τήν
ἀθλιότητα τῆς κατάντιας του βλέποντας τήν ὄψη πού
παρουσίαζε τό κελί, αὐτό τό κορμί πού κοιτότανε μέ
τά χέρια δεμένα πίσω, μέσα στή βρωμισιά, στό
σκοτεινό μισόφωτο. Ὁ παλιός ἀνασηκώθηκε πάνω
στό πλευρό καί κοίταξε τόν παρείσαχτο. Ἕνας τύπος
μᾶλλον κακοφτιαγμένος, ἀχαμνούλης, μ' ἕνα πουκά­
μισο πού τοῦ ἐρχότανε πολύ φαρδύ, μέ ἀλλόκοτα
μάτια—νά, πώς νά ποῦμε, κάτι σάν ποντικός... Τοῦ
ἔκανε κακή εντύπωση. Τά χείλια τοῦ ἄλλου τρέμανε
καθώς κοίταζε τόν ἄνθρωπο πάνω στό ἀχυρένιο
στρῶμα. Φαίνεται πώς αὐτός εἶχε κοιμηθεῖ κατάχαμα.
— Σέ δείρανε; ρώτησε.
—Ἔτσι φαίνεται!
Δέν εἴχανε βρεῖ ἀκόμα τόν καιρό νά συνηθίσουν ὁ
ἕνας τόν ἄλλον, ὅταν ἄνοιξε ἡ πόρτα καί δεχτήκανε
κι ἕναν τρίτο σύντροφο, ἕνα γίγαντα μέ μαῦρα πυκνά
μαλλιά πού ὀρθώνονταν σάν πυραμίδα καταμεσῆς
στό κούτελό του. Αὐτή τή φορά κάνανε κι οἱ δυό τήν
ἴδια σκέψη: Σίγουρα αὐτός εἶναι ὁ σπιοῦνος.
Στό μεταξύ, τρεῖς μέσα σ' αὐτόν τό χῶρο πού δέν
καλόφτανε γιά ἕναν, μέσα στή βρωμισιά, ἔπρεπε νά
πλαγιάζουνε μέ τή σειρά, ἕνας - ἕνας· κι αὐτόν ἐκεῖ μέ
τίς πληγές του καί τά δεμένα χέρια, μέ τί καρδιά νά
τόν σηκώσεις ἀπ' τό στρῶμα; Ὁ Ἰωσήφ Κωλιέ εἴταν

76
ὁ πιό ὁμιλητικός. Ὁ πρῶτος ἔσφιγγε τά δόντια του,
δέν ἤξερες ἄν τὄκανε γιατί πονοῦσε, ἤ ἄν θά
προτιμοῦσε νἄκοβε τή γλώσσα του παρά νά μιλήσει.
Ὁ γίγαντας διατεινότανε πώς βρισκόταν ἐκεῖ ἀπό
παρεξήγηση. Τόν λέγανε Ντυπονσέλ, Μωρίς Ντυπον-
σέλ. Οἱ μύγες φαίνονταν χαρούμενες πού εἴτανε τώρα
τρία ζωντανά μέσα στόν στάβλο.
— Γαργαλᾶνε, εἶπε ὁ Ἰωσήφ, τί διάολο ἐδῶ μέσα!
Ἀπό παρεξήγηση. Τί λογῆς παρεξήγηση; Ἄν
εἶναι πατριώτης δέ χωράει παρεξήγηση.
Χάνεις τό λογαριασμό τοῦ χρόνου ὅσο περνᾶνε οἱ
μέρες. Τό ζεστό νεροζούμι πού σοῦ δίνουνε καί πού
τό λένε σούπα, τό ψωμί κάθε δυό μέρες, ἡ ἀγγαρία
στούς ἀπόπατους, ὅλ' αὐτά δέ σώνουνε γιά νά γεμί­
σουνε τή μέρα σου. Σιγά - σιγά, πιάσανε τό κουβεντο­
λόϊ. Μέ φρόνηση κι ἐπιφύλαξη, ἐξαιτίας τοῦ βαλτοῦ.
Ὁ Ἰωσήφ εἴταν ἠλεκτρολόγος, ὁ Ντυπονσέλ παρα­
γιός σέ χασάπικο. Δέ μπορέσανε νά μάθουνε τίποτα
γιά τόν πρῶτο, αὐτόν μέ τά σφιγμένα δόντια. Μιλοῦσε
σάν ἄνθρωπος μορφωμένος, σάν κύριος. Μ' ὅλο πού
εἴταν ἀστεῖο νά βάλεις μέ τό νοῦ σου πώς αὐτός ὁ
κακομοίρης, ὁ πληγιασμένος, μέ τίς μύγες κολλημέ­
νες πίσω του, μποροῦσε νἄταν ἕνας κύριος ἔξω ἀπό τή
φυλακή. Φαινότανε καμιά σαρανταριά χρονῶ, μέ
ἀνοιχτοκάστανα μαλλιά, λεπτά χείλια καί χοντρό
λαιμό. Τά γένια του εἴχανε φυτρώσει, κάπως παρδαλά
στό χρῶμα. Ἐκεῖνο τό πρωί ἤρθανε καί τοῦ βγάλανε
τίς χειροπέδες. Φαίνεται πώς εἴχανε παραιτηθεῖ, γιά
τήν ὥρα τουλάχιστον, ἀπό τήν ἰδέα νά τόν κάνουνε
νά μιλήσει.
Τό ἴδιο εἴχανε παραιτηθεῖ ἀπ' αὐτήν τήν ἰδέα ὁ
Ἰωσήφ κι ὁ ἄλλος. Τό μόνο πού πετύχανε εἴτανε νά
κρατήσει πιό πεισματάρικα τήν ἀπόφασή του. Μουρ­
μούριζε ἀπό μέσα του τρίβοντας ἀδιάκοπα τούς

71
πονεμένους καρπούς τῶν χεριῶν του: «Δέ μίλησα... δέ
μίλησα...» Οὔτε καί σ' αὐτούς δέν εἶπε τίποτα, ἐκτός
πώς τόν λέγανε Ἀντρέ Μενάρ.
Κι οἱ τρεῖς τους διατείνονταν πώς εἶναι πολιτικοί
κατάδικοι. Θἄτανε ἕνας λόγος γιά νά λείψει ἡ
δυσπιστία μεταξύ τους. Μά μπορεῖς νἆσαι βέβαιος;
Ὁ Ντυπονσέλ εἶχε πεῖ, σχεδόν μόλις τόν κλείσα­
νε στό κελί:
— Καί τί δέ θἄδινα γιά νά μάθω τί κάνατε τόν
ταγματάρχη Ἀρνώ!
Ὁ Κωλιέ δέν εἴτανε χτεσινός: ξέρανε στήν
ὀργάνωσή του πώς ὁ ταγματάρχης Ἀρνώ, πού τόν
εἴχανε πιάσει πρίν τρεῖς βδομάδες, εἴτανε ὁ περιφε­
ρειακός ἀρχηγός τοῦ στρατοῦ τῆς Ἀντίστασης.
Ὡστόσο ἔκανε τόν κουτό κι ἄφησε τόν ἄλλο νά τοῦ
τά ξαναπεῖ. Ὁ τρίτος δέν πῆρε καθόλου μέρος
σ' αὐτή τήν κουβέντα, εἴταν ἀπασχολημένος μέ τις
πληγές του. Τόν παλιοσπιοῦνο, σκέφτηκε μονάχα γιά
τόν Ντυπονσέλ. Κάπως ἁπλοϊκός!
Ὁ Κωλιέ εἴταν πολύ γλυκός, πολύ προσεχτικός
μέ τόν πρῶτο ἔνοικο τοῦ κελιοῦ. Ὁ ἄλλος, ὁ
κρεμανταλᾶς, ἔπεφτε πάνω σου, σέ πατοῦσε, σέ
ξενύχιαζε. Νά μποροῦσε νά μάθει σέ ποιά ὀργάνωση
λέγανε τάχα πώς ἀνήκουνε αὐτοί οἱ δυό... Ὁ Ἰω­
σήφ, λάου-λάου, ἀπό σπόντα, προσπαθοῦσε νά πλη­
ροφορηθεῖ. Μά εἴτανε κι ὁ βαλτός. Κι ἔπειτα, κι
αὐτός ὁ ἴδιος ὁ Ἰωσήφ, μπορεῖς νά ξέρεις...;
— Τουλάχιστον, εἶπε μιά μέρα, νά μοῦ διορίζανε
γρήγορα τόν δικηγόρο, αὐτεπαγγέλτως ὅπως τό λένε;
Τώρα πού δέν ἔχεις τό δικαίωμα νά διαλέξεις δικό
σου δικηγόρο...
Καί ἴσα - ἴσα τήν ἄλλη μέρα καλέσανε τόν Μωρίς
Ντυπονσέλ πώς ἦρθε ὁ δικηγόρος του.
— Εἶσαι τυχερός!

78
— Πφ! ἀποκρίθηκε, οὔτε κι ἐγώ δέν τόν διάλεξα.
Ὅσο ἔλειπε, ὁ Ἰωσήφ εἶπε ἐμπιστευτικά στόν
Μενάρ:
— Δέ σφάξανε... Θέλει νά μοῦ δώσει νά καταλάβω
πώς εἶναι τάχα κι αὐτός ἀπό τό Κόμμα... γιά νά μοῦ
πάρει λόγια...
Ὁ ἄλλος δέν εἶπε τίποτα. Ὅλα δείχνανε πώς ὁ
γίγαντας, ὁ Ντυπονσέλ. εἴταν ὁ βαλτός· μά κι αὐτός ό
Ἰωσήφ... ἴσως νἄταν αὐτός πού ἤθελε νά ξεψαχνί-
σει...
— Ἐμένα, τοῦ λέει, ὁ δικηγόρος μου δέν μποροῦ­
σε νά μέ δεῖ... μ' εἶχαν σέ ἀπομόνωση...
Ἕνας καλός βαθμός γιά τόν Ἰωσήφ: δέ ρώτησε
νά μάθει περισσότερα.
Ὅπως καί νἆναι, βαλτός ἤ ὄχι, ὁ γίγαντας ἔρεψε
ὕστερ' ἀπό τ έ σ σ ε ρ ι ς - π έ ν τ ε μέρες. Αὐτοί οἱ μαντρά­
χαλοι, φαίνονται γεροδεμένοι, κι ἔπειτα βγαίνουνε
σκάρτοι! Δέ θά τόν σήκωσε ἡ δίαιτα τοῦ Παλάς -
Ντέλ! Τοῦ πονοῦσε ἡ κοιλιά του, ἀποπατοῦσε ὅλη
τήν ὥρα. Ὁ Ἰωσήφ δέ σταματοῦσε τ' ἀστεῖα του.
Χρειάζεται καί τό γέλιο πότε - πότε.
Ὁ Ντυπονσέλ γύρισε θυμωμένος ἀπό τήν ἰατρική
ἐπίσκεψη. Γινότανε μονάχα κάθε τρεῖς μέρες, σ' αὐτή
τή φυλακή μέ τούς χίλιους διακόσιους φυλακισμέ­
νους, πού οἱ χίλιοι ἀπό δαύτους εἴταν ἄρρωστοι.
Ὅσο γιά τόν Μενάρ, πού δέν μποροῦσε νά πάει στήν
ἰατρική ἐξέταση, ὁ γιατρός εἶπε στόν Ντυπονσέλ πού
εἶχε τολμήσει νά τοῦ μιλήσει γιά τό σύντροφό του,
πώς δέ θά καθότανε τώρα νά πηγαίνει προσωπικά
σ' ὅλους αὐτούς πού τούς εἴχανε περιποιηθεῖ κάπως
πιό ζωηρά: δέ θά τέλειωνε ποτέ.
Τόν Ἰωσήφ τόν πέθαινε ἡ φαγούρα, καί τρεῖς
μέσα σ' αὐτό τό στενάχωρο κελί, μέ τή ζέστη, τίς
ἀπόπνοιες, τήν ἔλλειψη ἀερισμοῦ, δέ θἄτανε παράξε­

79
νο νά τά τίναζε κάποιος τους ἕνα καλό πρωί.
Μιά ἄλλη φορά πού εἴταν πάλι ὁ Ντυπονσέλ μέ τό
δικηγόρο του, ὁ Ἰωσήφ είπε πώς ὅπου ἀκοῦς πολλά
κεράσια νά κρατᾶς μικρό καλάθι. Τ' εἴταν ὅλος αὐτός
ὁ ζῆλος του κι ἡ φασαρία; Γιατροί, δικηγόροι... ὅλοι
του σπιοῦνοι. Τὄπε καί στόν ἴδιο τό βαλτό, ὅταν
αὐτός τούς δήλωσε μέ περηφάνεια πώς κατάφερε νά
ἐνδιαφερθεῖ ὁ συνήγορός του γιά τήν τύχη του, γιά
τήν ἄθλια κατάσταση τῆς φυλακῆς.
— Ὁ συνήγορός σου! Εἶσαι μέ τά σωστά σου;
Γιατί νά μήν τόν πεῖς καί παραμάνα σου, νταντά σου;
Νά μπορούσανε τουλάχιστον νά παίρνουν δέματα.
Πεινούσανε— καί τί δέ θά δίνανε γιά λίγο καπνό! Ὁ
Μενάρ εἶχε λάβει ἕνα δέμα τίς πρῶτες μέρες, μά πάει
καιρός ἀπό τότε.
— Ἔχουμε δικαίωμα, ἔλεγε ὁ Ντυπονσέλ.
— Δέ μέ παρατᾶς μέ τά δικαιώματά σου, ἔκαν' ὁ
Ἰωσήφ. Ἔχουμε δικαίωμα... δέν ἔχουμε δικαίωμα...
Σοῦ πασάρουν ἕνα δεματάκι, λές εὐχαριστῶ, καί τήν
τηλώνεις!
Ὅσο γιά νά πεινούσανε, πεινούσανε. Κι αὐτά
τ' ἄχερα πού κολλᾶνε παντοῦ!
Τή μέρα πού ἄνοιξε ἡ πόρτα, μιά ἀσυνήθιστη ὥρα,
καί μπῆκε ὁ φύλακας, ὄχι ὁ πλακουτσομύτης, ἕνας
ἄλλος ἴδιο κοκκινογούλι— ἐπιθεώρηση!— μαζί μ'
ἕνα μακρολέλεκα πού ἔξυνε τή μύτη του δίχως κανένα
λόγο, δέν περιμέναμε τίποτα καλό ἀπό τούτη τήν
ἐπίσκεψη. Μείναμε μ' ἀνοιχτό στόμα ὅταν ὁ μακρο­
λέλεκας θύμωσε καί τἄβαλε μέ κάποιον, δέν καταλα­
βαίναμε οὔτε μέ ποιόν, κι ὁ φύλακας ἀκόμα λιγότερο.
Εἶχε πιάσει τό χέρι τοῦ Ἰωσήφ, τοῦ ἄνοιγε τά
δάχτυλα:
— Μά τοῦτος ἐδῶ ἔχει ψώρα... κι αὐτός ἐδῶ τό
ἴδιο...

80
Ὁ Ντυπονσέλ, σαστισμένος, διαμαρτυρότανε
πώς εἴταν ἡ κοιλιά του πού τόν πονοῦσε.
— Μ' ἀφοῦ σοῦ λέω πώς εἶναι ψώρα!
Πάει καλά, πάει καλά. Μιά καί τό θέλει έτσι! Ὁ
γιατρός ἔσκυψε—γιατί εἴτανε γιατρός— πάνω ἀπό
τόν τρίτο κι ἔδιωξε τίς μύγες:
— Ἐντροπή, ἐντροπή! ἔλεγε χωρίζοντας τό ε ἀπό
τό ντροπή.
Αὐτό προπάντων ἔκαν' ἐντύπωση στόν Ἰωσήφ.
Ὁ φύλακας δοκίμασε νά πεῖ πώς φταῖνε αὐτοί οἱ
βρωμιάρηδες, οἱ σιχαμένοι, πού δέν ἐννοοῦνε νά
κρατᾶνε τό κελί τους καθαρό...
Ἄ, τί δέν ἄκουσε, τό κοκκινογούλι!
— Σιωπή! Έ ν τ ρ ο π ή ! Γάλλους! Μεταχείριση γιά
Γάλλους εἶν' αὐτή;
Οἱ φωνές ξεμάκραιναν στό διάδρομο. Μέσα στό
κελί, ὁ Ἰωσήφ έλεγε καί ξ α ν ά λ ε γ ε : — Ἐ - ν τ ρ ο π ή ! Ἐ­
ντροπή!
Τήν ἴδια μέρα μεταφέρανε καί τούς τρεῖς, μέσα
σ' ἕνα ἁμάξι πού σκαμπανέβαζε, μ' ἕναν ἐθνοφρουρό
καθισμένον πλάϊ τους, σ'ἐκείνη τήν κλινική πάνω
στό λόφο, πού χρησίμευε γιά παράρτημα ἀπό τότε
πού τό νοσοκομεῖο τῆς φυλακῆς εἴτανε γεμάτο πατεῖς
με πατῶ σε. Ἕνα παράξενο συναίσθημα, στή διαδρο­
μή ἀπ' τή φυλακή στήν κλινική, νά διασχίζουν αὐτή
τή συσπειρωμένη πόλη, τή γεμάτη ἀγωνία, ἐδῶ πού
εἴχανε ζήσει ἐλεύθεροι, συμμετέχοντας σ' ἕναν ἀγώνα
πού τώρα συνεχιζότανε δίχως αὐτούς.
Εἴταν μιά ιδιωτική κλινική, ὄχι καί τόσο συγχρο­
νισμένη, μέ μεγάλες χαμηλοτάβανες αἴθουσες. Πρίν
ἀπ' τόν πόλεμο χρησίμευε γιά τούς ἐργάτες πού
δουλεύανε στά μεγάλα ἐργοστάσια, κοινωνικές ἀσφα­
λίσεις, ὅπως τό λέγανε... Τώρα εἴταν ἕνα παράρτημα
τῆς φυλακῆς, ἕνα ἀλλόκοτο ἀνακάτωμα ἀπό νοσοκό-

81
μες καί φύλακες, καί τή νύχτα, τά γαλάζια λαμπάκια,
ἀδιάκοπα ἀναμένα, σοῦ ἔκαναν κέφι νά ξυπνᾶς μόνο
καί μόνο γιά νά βλέπεις τό φῶς τους, ὕστερ' ἀπό τό
πηχτό σκοτάδι τῆς φυλακῆς.
Ἦρθε νά τούς δεῖ ὁ ἴδιος γιατρός πού τούς εἶχε
στείλει στήν κλινική: εἴτανε ξαπλωμένοι σέ τρία
κρεβάτια, πλάϊ - πλάϊ, κι ὁ Ἰωσήφ εἶχε γίνει πολύ
φίλος μέ τόν κύριο (ὅπως τόν ἔλεγε), πάντα λιγόλογο
καί σιωπηλό. Ὡστόσο κι οἱ δυό τους ἐξακολουθοῦ­
σαν νά ὑποψιάζονται τόν ἄλλο, τό βαλτό. Τ ό σ ο
περισσότερο ὅταν μιά μέρα ἀνασηκώθηκε στό κρεβά­
τι του πάνω στό τρίψιμο καί ρώτησε:
— Γιά πέ μου, Ἰωσήφ, δέν ἄκουσες τίποτα γιά
τόν ταγματάρχη Ἀρνώ; Φαίνεται πώς τόν βασανίσα-
νε...
Εἴταν ἀνήκουστο νά τούς κρατᾶνε στό κρεβάτι,
στήν κλινική, γιά μιά τιποτένια ψώρα. Ὁ γιατρός
εἶχε στείλει νά κουρεύεται τήν προϊσταμένη πού
ἔκανε τήν παρατήρηση. Ἄνθρωπος μέ καρδιά, αὐτός
ὁ γιατρός! Φαίνεται πώς ἔβαλε νά καθαρίσουνε τή
φυλακή ἀπό πάνω ὥς κάτω, πώς εἶχε κάνει μεγάλη
φασαρία γι' αὐτό τό ζήτημα... Ἔλεγε πώς εἶχε τύφο
στή φυλακή—ἴσως καί νἆχε. Κρατοῦσε τούς τρεῖς
τους ὑπό παρατήρηση.
Ὅταν ὁ ἀστυνόμος Μπελέμ θέλησε νά ξαναρχί­
σει τήν ἀνάκριση τοῦ Μενάρ, ὁ γιατρός, πού εἴταν
ὑγεινομικός ἐπιθεωρητής, κάτι σάν ὑγειονομικός
νομάρχης— ὄχι παίζουμε!— τοῦ τἆπε ἀπ' τήν καλή:
γιά κανένα λόγο, ἀκοῦτε τί σᾶς λέω; Ποῦ νομίζετε
πώς εἶστε; Ποιός διατάζει ἐδῶ μέσα;— κι ἄλλα τέτοια
εὐγενικά λόγια. Ὅλοι γελούσανε ἀπ' τά κρεβάτια
τους. Ἀκόμα κι ὁ κυρίως ἐνδιαφερόμενος. Ὁ ἀστυ­
νόμος Μπελέμ πῆρε τά βρεμένα του κι ἔφυγε ἀποσβο­
λωμένος.

82
— Καί νά ξέρετε πώς θά σᾶς πάψω, ναί, ἐγώ. Δέ
μπορεῖ νά ἐξακολουθήσει αὐτή ἡ κατάσταση! Ἐν-
τροπή! Ἐντροπή!
Καί μάλιστα, ὅταν ἔμειναν πάλι μόνοι, ξεχάστη­
καν σέ σημεῖο πού ἔπιασαν κουβέντα μέ τό βαλτό
πάνω σ' αὐτό τό ζήτημα. Κι ἐκεῖνος, πού εἶχε εἱρμό
στίς ἰδέες του, ἔκανε τήν γκάφα:
— Ἄραγε τί νά τόν κάνανε τόν ταγματάρχη
Ἀρνώ; Αὐτό ξανάφερε τή σιωπή. Ὁ Ἰωσήφ ἔγνεψε
στόν Μενάρ. Αὐτός, πού κατάφερνε τώρα ν' ἀνα­
σηκώνεται πάνω στό κρεβάτι, μέ τούς καρπούς τῶν
χεριῶν του ἀκόμα τυλιγμένους σ' ἐπιδέσμους, κούνη­
σε τό κεφάλι του, μά τά δόντια του σφιγμένα καί
μ' ἕνα ὕφος σά νἄθελε νά πεῖ: «Περίμενε λιγάκι νά βγῶ
ἀπό δῶ μέσα, καί θά δεῖ τί ἔχει νά πάθει, τό κάθαρμα!»
Οἱ νοσοκόμες φέρνανε τό τίλιο στήν ὥρα.

Ὡστόσο αὐτό δέν μποροῦσε νά βαστάξει πολύ


καιρό ἀκόμα. Θά τούς ξανάστελναν πίσω στό κελί
τους, ἔλεγε ὁ Ἰωσήφ, μεγάλη ζήτηση γιά παραθερι­
σμό στήν κλινική. Ὄχι πώς τό φαγητό εἴτανε
περίφημο, μά τελοσπάντων εἴχανε πού καί πού καί
λάχανο, ζεστό νερό, μιά φορά μάλιστα καί πατάτες.
Κι ἔπειτα, ἡ κουβέντα εἶχε περισσότερη ποικιλία
στό θάλαμο παρά οἱ τρεῖς τους μέσα σ' ἐκεῖνο τό
μπουντρούμι, μ' αὐτόν τόν καθωσπρέπει κύριο πού δέ
μιλοῦσε, καί μέ τόν ἄλλον πού σέ ρώταγε, μέ τό
ἁπλοϊκό του ὕφος, ἄν γνώριζες τόν ταγματάρχη Τάδε.
Γιατί ἄν τόν γνώριζες... Ἄ, δέν περνοῦν αὐτά σ' ἐμᾶς!
Εἴταν καί τ' ἀποχωρητήριο, σχεδόν σάν τοῦ σπι­
τιοῦ σου, μ' ἕνα παραθυράκι ἀπ' ὅπου ἔβλεπες τόν
οὐρανό. Καί φαίνεται πώς ὅταν πήγαινες στό χει­
ρουργεῖο — γιατί ὁ Ἰωσήφ δέν εἶχε αὐτή τήν τύχη—
εἴταν ἕνα παράθυρο ἀπ' ὅπου ἔβλεπες τήν πόλη... μιά

83
μεγάλη πόλη, πού τήν αὐλάκωνε ἕνα ποτάμι, καί πού
δέν εἶχε τελειωμό, ὅπου κι ἄν γύριζες τό μάτι. Μιά
μεγάλη πόλη πού ὅλα της τά λαχταροῦσες, τούς
ἀνθρώπους καί τ' ἄψυχα, τήν κρυφή δουλειά πού
γινόταν ἐκεῖ μέσα, πού ἐξακολουθοῦσε νά γίνεται,
κάτω ἀπό τή μύτη αὐτῶν τῶν καραγκιόζηδων μέ τή
γκριζοπράσινη στολή, πού τριγυρνούσανε στούς
δρόμους κορδωμένοι καί κάνανε παρέλαση μέ τό
βῆμα τῆς χήνας, τραγουδώντας τά πένθιμα τραγούδια
τους. Ὅλους πού ζοῦσαν ἐκεῖ κ ά τ ω , ἐλεύθεροι,
ὅλους πού εἴχανε τόλμη, θάρρος, ἀλύγιστη ἐπιμονή.
Πότε - πότε τό πρωί, ἀκουγότανε μακριά μιά
ἔκρηξη μουντή· κι οἱ ἄρρωστοι ἀνασηκώνονταν στό
κρεβάτι τους, καί φωνές σιγοψιθυρίζανε: «Τήν ἄκου­
σες αὐτή;» Ὥς κι οἱ φύλακες μιά φορά, στήν πόρτα...
Ὁ Ἰωσήφ ἔκανε νά πεῖ κάτι πάνω σ' αὐτό, μά ὁ
«κύριος» πρόφτασε καί τοῦ ἔγνεψε. Ἀλήθεια, εἶχε
ξεχάσει τό βαλτό.

Ὡραῖα. Μά ὅταν ἕνα πρωί παρουσιαστήκανε


στήν κλινική οἱ Γερμανοί, ἕνας μέ πολιτικά καί δυό
στρατιωτικοί, κι οἱ στρατιωτικοί βγάλανε τά πιστό­
λια τους, ἐνῶ περίμενε ἀπ' ἔξω τό αὐτοκίνητο μέ τόν
ὁδηγό, τί μπορούσανε νά κάνουνε οἱ φύλακες κι οἱ
νοσοκόμες; Τούς ζητήσανε νά δείξουν κανένα ἔνταλ­
μα ὑπογραμμένο ἀπ' τό νομάρχη, κάτι τέτοιο τελο­
σπάντων, ἐκεῖνοι ὅμως δείξανε τά πιστόλια τους κι
εἴπανε:
— Νά τό ἔνταλμα!
Κι αὐτός μέ τά πολιτικά πρόφερε τή λέξη Γκεστά­
πο, σά ν'ἄνοιγε αὐτή ὅλες τίς πόρτες, κι ἔμεινε
ἀδιάφορος ὅταν οἱ φύλακες φοβερίσανε πώς θά
τηλεφωνούσανε στή νομαρχία. Ζητούσανε νά πάρουν
ἀπό τή νοσοκόμα, μέσα στούς ἀρώστους, ἀδιαφορών-

84
τας γιά τίς διαμαρτυρίες.
Καί νά ντυθοῦνε γρήγορα, ὄχι χασομέρια! Ὁ
Κωλιέ Ἰωσήφ, ὁ πρῶτος πού φωνάξανε, ἀναγκάστη­
κε νά βιαστεῖ, ἕνας ἀπ' τούς φαντάρους ἄρχισε κιόλας
νά τοῦ γαργαλᾶ τήν πλάτη μέ τόν ὑποκόπανο. Καί τόν
Μωρίς Ντυπονσέλ, τό βαλτό, αὐτόν τόν ἄρχισαν στίς
κλωτσιές γιά νά κάνει γρήγορα. Μά τό χειρότερο
εἴτανε μέ τόν «κύριο».

—Μενάρ Ἀντρέ, ἐμπρός, γρήγορα!


Δέ μποροῦσε νά σταθεῖ ὀρθός καί οἱ πληγές του
δέν εἴχανε κλείσει, τό ξέρανε. Μά οἱ Φρίτσηδες
τίποτα δέ σέβονται.
Ἔπρεπε νά δεῖς πῶς τόν ἀδράξανε. Ἐμπρός
γρήγορα. Οἱ ἄλλοι ἀπ' τά κρεβάτια μουρμουρίζανε.
Γυρίσανε τότε τά πιστόλια καταπάνω τους. Φυσικά,
σωπάσανε. Αὐτός τῆς Γκεστάπο ἔβαλε τούς ἄλλους
δυό νά τόν κρατᾶνε κάτω ἀπό τά μπράτσα, καί δρόμο!
Πάντα μέ τήν ἀπειλή τῶν πιστολιῶν.

— Βρωμοδουλειά, εἶπε μέσα του ὁἸωσήφ.


Κοίταζε μέ εἰρωνεία καί τόν καημένο τό γίγαντα,
τό βαλτό. Τήν εἶχε ἄσκημα: οἱ Γερμανοί τελειώνουνε
ἄψε - σβῆσε, δίχως νά ψιλολογοῦνε. Μιά ἀπ' τίς
νοσοκόμες, πού σίγουρα δέν εἴτανε καμιά σκύλα,
σκούπιζε τά μάτια της. Τὄβλεπες ὁλοφάνερα πώς κι
οἱ φύλακες ἀκόμα εἴχανε λυσσάξει ἀπ' τό κακό τους.
Καθώς βγαίνανε ἀπ' τήν ἐξώπορτα, τοῦ Ἰωσήφ
τοῦ ἦρθε κάτι σάν θάμπος, σά ζαλάδα: μπροστά τους,
στά πόδια τοῦ λόφου, μέσ' τήν ἡλιόλουστη ἔκταση, ἡ
πολιτεία... Φαινότανε σάν ἀσημιά, οἱ σκεπές λαμπυ-
ρίζανε τρεμουλιαστά, καί τό ποτάμι ἄνοιγε ἀνάμεσά
της ἕναν ὡραῖο δρόμο, καθαρογραμμένο, φιδωτό. Στό
ἀπόμακρο καπνίζανε τά ἐργοστάσια, ἕνα πάρκο ἔβαζε

85
μιά μεγάλη πράσινη κηλίδα, καί στόν ὁρίζοντα λές
καί προβάλλανε κάτι ψηλά ὁλόλευκα σπίτια, ἴδια
παραμυθένια παλάτια, ἀκουγότανε ὁ θόρυβος τῶν
τράμ, δρόμοι γεμάτοι κόσμο, μεσημέρι... Ἄχ, αὐτοί
ἐκεῖ κάτω, ἐλεύθεροι, ἐλεύθεροι... αὐτοί πού συνεχί-
ζανε τόν ἀγώνα...
Ὁ Ἰωσήφ ξέχασε νά κρατάει γερά τό σύντροφό
του, κι αὐτός σκόνταψε. Ὁ ἄνθρωπος τῆς Γκεστάπο
βλαστήμησε γερμανικά. Ὁ Ἰωσήφ, σαστισμένος,
ἄκουσε τό βαλτό νά λέει σιγανά στόν «κύριο»:
— Κουράγιο, ταγματάρχα μου, κουράγιο!
Δέν τοῦ δόθηκε ὁ καιρός νά τό καλοσυλλογιστεῖ.
Τούς σπρώχνανε νά μποῦνε μέσα στό αὐτοκίνητο,
πού ξεκίνησε ἀμέσως. Ἕνα μεγάλο ἁπλόχωρο ἁμάξι,
μέ τά σημεῖα W H . Εἴτανε στιβαγμένοι ἐκεῖ μέσα, μαζί
μέ τούς τέσσερις Γερμανούς, κι ἀφοῦ κάνανε τό γύρο
τοῦ κήπου, βγήκανε στήν δημοσιά. Μπά, στρίβανε
δεξιά, ὄχι κατά τήν πόλη.

Τότε πιά ὁ ἄνθρωπος τῆς Γκεστάπο ἔβγαλε


μέσ' ἀπό τήν ψυχή του ἕνα οὔφ!—καί γέρνοντας πρός
τό μέρος πού καθότανε ὁ «κύριος»:
— Ἐλπίζω νά μέ συγχωρήσετε, ταγματάρχα μου,
ἄν σᾶς κακομεταχειρίστηκα λιγάκι.
Τί; Τί; Ὁ βαλτός τό γλεντοῦσε. Εἶπε γελώντας:
— Ἔκανες κάτι μοῦτρα, βρἐ Ἰωσήφ, ὅποτε σοῦ
μίλαγα γιά τόν ταγματάρχη Ἀρνώ! Λοιπόν οἱ πληρο­
φορίες μου δέν εἴτανε καί τόσο κακές. Στήν ἀρχή δέν
εἴμουνα σίγουρος πώς εἴτανε ὁ ταγματάρχης... Μά
σάν ἦρθε ὁ γιατρός, μοῦ τό βεβαίωσε πώς αὐτός
εἴτανε... Ἄνθρωπος μέ καρδιά, ὁ γιατρός!
Αὐτός μέ τά πολιτικά εἴτανε σύμφωνος:
— Στό γιατρό νά τό χρωστᾶτε. Αὐτός τά κανόνισε
ὅλα μιά χαρά... Μόλις πῆγε νά τόν δεῖ ὁ δικηγόρος

86
ἀπό μέρος σου.. Ἄ, ἔχω ἕνα δεματάκι γιά σένα
Μωρίς... ἀπό τή γυναίκα σου.. Κι ἐσύ, Κωλιέ, λιγάκι
ψυχραιμία. Λές κι ἑτοιμάζεσαι νά τ' ἀμολήσεις!
Ἄ, ὄχι, σίγουρα δέ θἄκλαιγε ὁ Κωλιέ. Μά ἔσπαζε
τό κεφάλι του, Μωρίς Ντυπνσέλ... Μωρίς... κάπου
τόν ἔχω δεῖ αὐτόν τόν μαντράχαλο. Ὅσο γιά τόν
ταγματάρχη Ἀρνώ, ἔλεγε μονάχα:
— Ξέρετε, δέ μίλησα...
Ξαφνικά θυμήθηκε ὁ Ἰωσήφ:
— Μά βέβαια... Τό 1932, στήν ὀργάνωση τοῦ Β...
εἶσαι ὁ Πιερό, σέ θυμᾶμαι!
Κι ὁ Μωρίς τοῦ παρατήρησε:
— Μ' ἀφοῦ σοῦ λένε πώς μέ λέν Μωρίς... Ἄ, μά,
τί λογῆς σύντροφος εἶσ' ἐσύ καί δέν κόβει τό μυαλό
σου!
Τό αὐτοκίνητο χωνότανε βαθειά στήν ἐξοχή.
Πλάϊ στόν Ἰωσήφ, ἕνας ἀπό τούς φαντάρους σιγο­
σφύριζε τή Μασαλιώτιδα.
— Νάτα μας! ἔβαλε ξαφνικά μιά φωνή ὁ Μωρίς,
σά νά τοὔτυχε μεγάλη καταστροφή.
Ἔψαχνε τίς τσέπες του.
— Τί τρέχει;
— Εἶμ' ἕνας βλάκας μέ περικεφαλαία, ἕνας ἀστό­
χαστος, ξέχασα... Εἶμ' ἀσυγχώρητος!
Ἀνησυχήσανε:
— Τί; λέγε ἐπιτέλους!
Κι ὁ Μωρίς, χαρούμενος μεμιᾶς:
—Ὄχι! Τά βρῆκα! Τά τσιγάρα!
Κεντρική διάθεση: Ἐκδόσεις ΚΟΡΟΝΤΖΗ
Ναυαρίνου 18 - 3636129